ΜΕΡΟΣ Β: Τα τέρατα της λαϊκής παράδοσης
Στο πρώτο μέρος αυτής του αφιερώματος αυτού μιλήσαμε για τα τέρατα της Σκανδιναβικής Μυθολογίας, για τα πλάσματα δηλαδή που γεννήθηκαν στις απαρχές του Σύμπαντος και θα έκαναν την εμφάνισή τους κυρίως στο Ράγκναροκ. Σήμερα κατεβαίνουμε ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα, στη λαϊκή παράδοση, στις ιστορίες που οι Σκανδιναβοί διηγούνταν για αιώνες δίπλα στο τζάκι, μετά τον εκχριστιανισμό και πολύ μετά τη μνήμη του Θωρ (Þórr). Είναι ένας κόσμος πιο τοπικός, πολύ πιο κοντά στη καθημερινότητα των ανθρώπων, και ίσως γι’ αυτό είναι και πιο οικεία τρομακτικός. Τα πλάσματα της λαϊκής παράδοσης καραδοκούν στο διπλανό δάσος ή κάτω μια γέφυρα, και δεν περιμένουν το τέλος του κόσμου για να κάνουν την εμφάνισή τους…
Κάποια από αυτά μπαίνουν ακόμη και στο ίδιο σου το κρεβάτι (ή κάτω από αυτό)!
Ας ξεκινήσουμε όμως από το δάσος.
Στις νορβηγικές διηγήσεις, βλέπουμε τη Χούλντρα (Huldra), μία γυναίκα με όμορφο πρόσωπο, που στην πλάτη όμως κρύβει ουρά αγελάδας. Σε άλλες παραδόσεις, ο κορμός της είναι κούφιος σαν σάπιο δέντρο. Παρασύρει άντρες στα βάθη του δάσους, και αν δεν έχεις αρκετή ψυχραιμία να γυρίσεις τη πλάτη και να φύγεις….. δεν γυρίζεις ποτέ. Το όνομά της προέρχεται από την παλαιοσκανδιναβική ρίζα huld, που σημαίνει ταυτόχρονα «κρυμμένη» και «γλυκιά», και η αμφισημία αυτή λέει πολλά για τη φύση της.
Στη σουηδική παράδοση, το ίδιο πλάσμα παίρνει το όνομα Σκόγκσρα (Skogsrå). Πρόκειται για πνεύμα του δάσους που από μπροστά έχει όψη γυναίκας, και από πίσω μοιάζει με δέντρο. Προστατεύει τα ζώα του δάσους και μπορεί να βοηθήσει τον κυνηγό που της φέρεται με σεβασμό. Όποιος όμως δεν την πάρει στα σοβαρά…Χάνει τον δρόμο της επιστροφής για πάντα.
Η Σκόγκσρα βλέπετε, γνωρίζει κάθε μονοπάτι, και κανένα δεν οδηγεί πίσω στο σπίτι αν εκείνη δεν το επιθυμεί.
Από το δάσος περνάμε στο νερό, εκεί όπου τα πλάσματα πληθαίνουν. Σε όλη τη Σκανδιναβία ζει ο Νεκ ή Νόκεν (Nykr / Nøkken), ένα ον που εμφανίζεται με μορφή νέου άντρα και κάθεται στην όχθη ποταμιών παίζοντας βιολί με τέχνη υπεράνθρωπη. Είναι αδύνατο να αντισταθεί κανείς στη μουσική του, και αυτό ακριβώς είναι η παγίδα. Στις πιο αισιόδοξες εκδοχές, μπορεί να διδάξει τη μουσική σε όποιον του προσφέρει τα κατάλληλα δώρα. Στις σκοτεινότερες όμως, τραβάει τους ανθρώπους στον βυθό. Είναι πλάσμα που που ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον κόσμο του εδάφους και τον κόσμο που βρίσκεται κάτω κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Στη σουηδική εκδοχή, το ίδιο πλάσμα ονομάζεται Μπέκκαχεστ (Bäckahäst), το “άλογο του ρέματος”, και εμφανίζεται κοντά σε μικρά ρυάκια και ποτάμια με μορφή αδέσποτου αλόγου, το οποίο κατ’αρχήν φαίνεται φιλικό. Ο μύθος απευθύνεται ειδικά στα παιδιά, καθώς ένα παιδί που βλέπει άλογο δίπλα στο νερό θα θελήσει να το πλησιάσει, και αυτή η φυσική και άδολη αντίδραση είναι που ο μύθος εκμεταλλεύεται. Πρόκειται για αφήγηση που διδάσκει τον κίνδυνο του νερού χωρίς να τον εξηγήσει, δίνοντας στη θέση της εξήγησης ένα πλάσμα που ενσαρκώνει τις συνέπειες του πνιγμού.
Ο Φόσσεγκριμ (Fossegrim) ζει εκεί που το νερό πέφτει με δύναμη, δηλαδή στους καταρράκτες και στα ορμητικά ποτάμια και θόρυβος που κάνει το νερό είναι η μουσική του. Μπορεί να αναλάβει να διδάξει βιολί σε ανθρώπους, και λέγεται πως όσοι έμαθαν από τον ίδιο έπαιζαν με τρόπο τέτοιο που τα δέντρα υποκλίνονταν με σεβασμό και οι πέτρες ζωντάνεψαν. Η φύση του παραμένει αμφίσημη, και η παρουσία του δίπλα στο νερό δεν είναι ποτέ αθώα. Το τίμημα της μαθητείας δεν αναφέρεται στις ιστορίες, και αυτό είναι κάτι που μόνο ως αθώο δεν μπορεί να θεωρηθεί.
Από το γλυκό νερό περνάμε στη θάλασσα. Η Χάβφρου (Havfrue) ζει στα κύματα έχει την όψη γυναίκας και ουρά ψαριού. Όταν εμφανίζεται, επηρεάζει τον καιρό και πώς αυτός εκδηλώνεται. Στη δανική και νορβηγική παράδοση, μπορεί να προμηνύει τρικυμία ή γαλήνη, ανάλογα με τη διάθεσή της. Όταν παίζει στην επιφάνεια, οι ψαράδες ανησυχούν γιατί η παρουσία της θυμίζει στους ανθρώπους πως η θάλασσα έχει τους δικούς της νόμους και δεν ρωτάει κανέναν.
Από το νερό περνάμε σε κάτι ακόμη πιο κοντινό, στον ίδιο τον ύπνο. Η Μάρα (Mara) έρχεται τη νύχτα χωρίς βήματα και κάθεται πάνω στο στήθος του κοιμισμένου, φέρνοντας εφιάλτες αληθοφανείς πέρα από κάθε λογική. Όποιος τη βλέπει στον ύπνο νιώθει το βάρος της σαν πέτρα πάνω στο στέρνο, χωρίς να μπορεί ούτε να φωνάξει ούτε να κουνηθεί. Από τη Μάρα πήρε το όνομά του το αγγλικό nightmare και το γερμανικό Mahr. Πρόκειται για πλάσμα ξεχωριστό, γιατί δεν χρειάζεται να παρασύρει τα θύματα της στο δάσος ή στο ποτάμι. Το κρεβάτι αρκεί.
Ακόμη πιο σκοτεινός είναι ο Ντράουγκρ (Draugr). Στις σάγκες, είναι ο νεκρός που επέστρεψε με δική του θέληση, γεμάτος δύναμη πέρα από την ανθρώπινη, με σώμα διογκωμένο και μαυρισμένο που μυρίζει σήψη, κάτι σαν ένα overpowered ζόμπι δηλαδή. Φυλάει τον τύμβο του και τον θησαυρό που κρύβει μέσα του, και οι αναμετρήσεις μαζί του κοστίζουν ακριβά ακόμη και στους πιο γενναίους ήρωες των σαγκών. Σε ορισμένες ιστορίες μάλιστα μεταδίδει την κατάστασή του σαν ιό, μετατρέποντας και άλλους νεκρούς σε όντα όμοια με τον ίδιο.
Στις φάρμες των Σκανδιναβών συναντάμε τον Τόμτε (Tomte) ή Νίσσε (Nisse) στη δανική και νορβηγική εκδοχή. Πρόκειται για μικρό, γεροδεμένο πνεύμα που ζει στη φάρμα από γενιά σε γενιά. Φροντίζει τα ζώα τη νύχτα και κρατάει σε τάξη όσα μπορεί να πάνε στραβά. Στις περισσότερες ιστορίες λειτουργεί ως φύλακας της οικογένειας, αλλά γίνεται επικίνδυνος αν τον προσβάλεις ή αν αγνοήσεις τα δικαιώματά του πάνω στη γη. Η παράδοση λέει πως μπορεί να σκοτώσει ζώα και να φέρει αρρώστιες, κάνοντας τη ζωή στη φάρμα αβάσταχτη. Ο σεβασμός προς το πνεύμα αυτό λειτουργούσε ως πρακτική ανάγκη για όσους ζούσαν στον Βορρά, πέραν από τις δεισιδαιμονίες.
Πιο μυστηριώδη από τα οικιακά πνεύματα είναι τα Λαντβέττιρ (Landvættir), τα στοιχειά της γης. Δεν έχουν σταθερή μορφή, γιατί είναι δεμένα με την ίδια τη γη και με ό,τι αυτή κρύβει στα έγκατα της. Κάθε περιοχή της Σκανδιναβίας και της Ισλανδίας είχε τα δικά της Λαντβέττιρ. Οι σάγκες αναφέρουν πως τα πλοία έπρεπε να αφαιρούν τα ξυλόγλυπτα εμβλήματα δράκων από την πλώρη τους πριν πλησιάσουν την ισλανδική ακτή, για να μην τρομάξουν τα πνεύματα. Τα Λαντβέττιρ δεν επιτίθενται χωρίς λόγο. Το πρόβλημα είναι πως τον λόγο για τον οποίο επιτίθενται δεν τον αποφασίζουν οι άνθρωποι αλλά τα ίδια, και αυτός δεν είναι πάντα ξεκάθαρος.
Ποια είναι η ανάγνωση πάνω σε όλα αυτά λοιπόν;
Στο πρώτο μέρος του συγκεκριμένου άρθρου, αναφερθήκαμε σε ένα είδος «κοσμικών» τεράτων. Τα τέρατα αυτά κατοικούσαν στις άκρες του Σύμπαντος και θα έκαναν την εμφάνισή τους μόνο στο τέλος των καιρών. Στη λαϊκή παράδοση, τα πλάσματα κρύβονται παντού γύρω σου, στο διπλανό δάσος ίσως και στο σκοτάδι του υπνοδωματίου σου.
Μία ανάγνωση θέλει τον λαό των Σκανδιναβών να μεταφράζει με τέτοιες ιστορίες τους πραγματικούς κινδύνους της επιβίωσης σε αφηγηματική μορφή. Το παιδί δεν πρέπει να πλησιάζει το ποτάμι για να μη πνιγεί, και κάπως έτσι δημιουργείται ο Μπέκκαχεστ. Ο κυνηγός δεν πρέπει να γίνεται άπληστος μέσα στο δάσος, και κάπως έτσι ζει η Σκόγκσρα. Κάθε τέρας κρύβει έτσι στο εσωτερικό του ένα μάθημα επιβίωσης, που πέρασε από γενιά σε γενιά τυλιγμένο στη μορφή ενός πλάσματος.
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη ανάγνωση, την οποία στην εποχή μας ίσως φαντάζει παρωχημένη. Ο παλιός κόσμος ήταν πιο αραιοκατοικημένος, με δάση πιο πυκνά και σκοτάδια πιο βαθιά από όσα γνωρίζουμε σήμερα. Σε έναν τέτοιο κόσμο ίσως υπήρχε όντως χώρος για πλάσματα τα οποία συμβίωναν δίπλα στους ανθρώπους, εκεί όπου τα όρια του φυσικού κόσμου ήταν καθορισμένα με λιγότερη αυστηρότητα. Όταν μία ολόκληρη κοινότητα πιστεύει για αιώνες πως κάτι ζει στη λίμνη πίσω από τη φάρμα, η πίστη αυτή αποκτά τη δική της βαρύτητα, ίσως και κάτι περισσότερο. Είναι μία πιθανότητα που σήμερα την προσπερνάμε βιαστικά, ίσως όχι με τόσο καλή αιτιολογία όσο νομίζουμε.
Και κάπου εδώ θα κλείσω τη σημερινή στήλη, πριν αρχίσω να σας κουράζω με ονόματα και τοπικές παραλλαγές από όλη τη Βόρεια Ευρώπη. Η λαϊκή παράδοση των Σκανδιναβών έχει υλικό για πολλές ακόμη δημοσιεύσεις στο Πηγάδι του Μίμιρ. Ίσως στις επόμενες ασχοληθούμε αναλυτικά με κάποιο από τα πλάσματα αυτά. Η Χούλντρα, για παράδειγμα, έχει ιστορία μεγάλη και διηγήσεις πολλές, πέρα από όσα χωρούν σε λίγες γραμμές.
Μέχρι την επόμενη φορά λοιπόν.
Εσείς ποιο από αυτά τα πλάσματα θα θέλατε να πιστέψετε ότι κατοικεί ακόμη κάπου εκεί έξω;