- Το γράψιμο είναι σαν το σκάψιμο μέσα στη γη, σαν να αναζητάς κάτι που χάθηκε πριν από γενιές. Πες μου Γιώργο τί ψάχνουμε στις ρίζες; Είναι εκεί κρυμμένη η ταυτότητά μας; Ή μήπως τελικά είναι δεσμά… άγκυρες που δεν μας αφήνουν να τη βρούμε;
Το γράψιμο πιστεύω, είναι σαν να σκύβεις πάνω από τη γη με γυμνά χέρια, να σκάβεις όχι για κάτι καινούργιο, αλλά για κάτι παλιό που σε περιμένει. Κάτι που χάθηκε πριν από εσένα, αλλά ποτέ δεν έπαψε να σε αφορά. Μέσα σε αυτό το χώμα των ριζών, πιστεύω δεν ψάχνουμε μόνο για φόβους, αλλά αναζητάμε πρώτα απ’ όλα τον εαυτό μας. Από πού ερχόμαστε, τι κουβαλάμε χωρίς να το έχουμε επιλέξει, ποιες φωνές μίλησαν μέσα μας πριν μάθουμε να μιλάμε εμείς. Εκεί, ναι, υπάρχει μια μορφή ταυτότητας… αλλά δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένη. Είναι κάτι που αποκαλύπτεται σιγά-σιγά, όσο γράφεις και όσο ζεις. Και φοβάμαι πως δεν αποκαλύπτεται ποτέ στην ολότητα της. Οι ρίζες που αναφέρεις φίλε, δεν τις βλέπω μόνο ως επιστροφή. Είναι και βάρος. Μπορούν να σε τραβούν προς τα κάτω. Δεν είναι από μόνες τους δεσμά· γίνονται όταν τις αφήνεις να σε ορίζουν απόλυτα. Η ταυτότητα μας είναι ένα πλάσμα αρχαίο αλλά και μια ύπαρξη του μέλλοντος, είναι ένα θαυμάσιο Λαβκραφτικό χρώμα χωρίς όνομα. Έχει ρίζες, αλλά έχει και φτερά. Ψάχνουμε ιστορίες για να χαθούμε μέσα τους. Να τις καταλάβουμε. Να ταυτιστούμε. Και μετά να συνεχίσουμε μαζί τους -δε γίνεται αλλιώς- χωρίς να τους επιτρέπουμε όμως να γράφουν το τέλος της δικής μας ιστορίας.
2. Οι ιστορίες σου μοιάζουν συχνά σαν να κουβαλούν κατάρες που δεν γεννήθηκαν από το υπερφυσικό, αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους. Αν σου ζητούσα εδώ, ανάμεσα στα μνήματα, να δώσεις έναν ορισμό της κατάρας και έναν ορισμό της λύτρωσης… τι θα έλεγες;
Η κατάρα είναι κάτι ανθρώπινο κι ακριβώς γι’ αυτό πιο σκληρό: Είναι εκείνο που κάνουμε και δεν τολμάμε να κοιτάξουμε κατάματα… Ένα ψέμα που το αφήσαμε να ριζώσει… Μια προδοσία που βαφτίστηκε ανάγκη… Μια σιωπή τη στιγμή που κάποιος μας χρειαζόταν… Κι ύστερα περνάει από γενιά σε γενιά σαν οικογενειακό κειμήλιο που κανείς δεν θέλει να κρατάει, μα πάντα κάποιος το κληρονομεί. Η κατάρα είναι η μνήμη του τραύματος όταν δεν βρίσκει γλώσσα να ειπωθεί. Πρέπει φίλε να ονομάζουμε το τέρας με τ’ αληθινό του όνομα και να μην του χαρίζουμε πια άλλη δύναμη. Δεν αναιρεί ό,τι έγινε· δεν σβήνει τους νεκρούς, ούτε διορθώνει τις χαμένες ζωές. Μα καμιά φορά -κι αυτό φτάνει- σπάει την αλυσίδα. Και τότε ό,τι ήταν γραφτό να περάσει στα παιδιά μας, μένει θαμμένο εδώ, μαζί με τα μνήματα. Και για πρώτη φορά ο άνεμος που περνάει εδώ, γύρω από τα μνήματα που στεκόμαστε δίπλα, δεν μοιάζει με θρήνο. Μοιάζει με ανάσα.
3. Έχεις γράψει για το περιθώριο, τη διαφορετικότητα, τον φόβο απέναντι σε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε. Πιστεύεις πως η ανθρωπότητα μπορεί πραγματικά να γεφυρώσει τη διαφορετικότητα ή απλώς μαθαίνει να τη φοβάται πιο ευγενικά;
Δεν το παιζω ειδικός στη διαφορετικότητα. Έμαθα για τον αυτισμό και τη διαφορετικότητα -και την νευροδιαφορετικότητα- όταν οι γιατροί διέγνωσαν το γιο μου με αυτισμό. Η αποδοχή στη διαφορετικότητα δεν είναι λοιπόν γαι εμένα μια συνέντευξη, ή ένα άρθρο, ούτε συζήτηση σε πάνελ. Είναι η καθημερινότητα που επαναλαμβάνεται, σχεδόν ίδια, κάθε μέρα. Το παιδί μου στο φάσμα. Ένα από τα τόσα πολλά παιδιά στο φάσμα που όμως μοιάζουν “λίγα” γιατί οι γονείς φοβούνται και τα κρύβουν. Και μαζί τους ένας κόσμος που έχει την ενσυναίσθηση πίσω από ένα γιγάντιο φεγγάρι, σε συνεχή έκλειψη. Έχω μιλήσει, έχω γράψει, έχω φωνάξει για συμπερίληψη, για ευαισθητοποίηση, για το αυτονόητο που δεν είναι ποτέ αυτονόητο στην πράξη. Και όμως, ακόμη και μετά από όλα αυτά, υπάρχουν στιγμές που η κοινωνία σε κοιτά σαν να πρέπει να απολογηθείς για το ίδιο σου το παιδί. Όχι με φωνή πάντα. Μερικές φορές με σιωπή. Άλλες με εκείνο το βλέμμα που λέει «δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ αυτό». Η ρατσιστική συμπεριφορά δεν έρχεται πάντα με κραυγές. Έρχεται με απομάκρυνση. Με αλλαγή πεζοδρομίου. Με απομόνωση όπως στο περιβόητο πια περιστατικό στο πλοίο που έχω μοιραστεί τόσες φορές, όταν μας έδιωξαν από το σαλόνι. Με «δεν είναι για εδώ αυτό το παιδί». Με την ευγενική πρόταση να είσαι λιγότερο ορατός. Και μέσα σε αυτό, υπάρχει μια παράξενη κόπωση. Όχι από το παιδί. Από τον κόσμο γύρω του. Γιατί το παιδί δεν ζητά να αλλάξει κάτι. Ο κόσμος ζητά να μικρύνει το παιδί και η οικογένεια του. Να γίνει το διαφορετικό πιο ήσυχο, πιο προβλέψιμο, πιο βολικό. Να χωρέσει σε χώρους που δεν σχεδιάστηκαν ποτέ για να χωρέσει. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως η λέξη «συμπερίληψη» δεν είναι σύνθημα -που ενοχλεί κάποιους. Είναι σύγκρουση. Είναι καθημερινή διεκδίκηση χώρου. Είναι να επιμένεις ότι η ύπαρξη δεν χρειάζεται άδεια για να γίνει αποδεκτή. Δεν ξέρω φίλε μου αν η κοινωνία μαθαίνει τελικά να αγαπά τη διαφορά. Αυτό που βλέπω πιο συχνά είναι ότι μαθαίνει να την αντέχει, όταν δεν έχει άλλη επιλογή. Και ακόμα κι αυτό, κάποιες φορές, μοιάζει με πρόοδο. Αλλά η αλήθεια είναι πιο απλή και πιο δύσκολη: Η αποδοχή δεν αποδεικνύεται στα λόγια, αλλά στο αν η κοινωνία που στ’ αλήθεια φοβάται πιο ευγενικά, δείξει επιτέλους πράξεις.
4. Υπάρχουν στιγμές στα έργα σου που η συγγραφή μοιάζει σχεδόν σωματική. Σαν πληγή που ανοίγει. Είναι προσωπική κατάθεση ψυχής ή μια κραυγή σου που ελπίζει πως κάποιος, κάπου, θα ακούσει μέσα στο σκοτάδι;
Υπάρχουν φορές που η γραφή δεν γεννιέται από τη σκέψη αλλά από κάτι βαθύτερο, πιο ακατέργαστο, σχεδόν αθέατο. Κάτι αρχέγονο. Από εκείνο το σημείο όπου η ψυχή δεν βρίσκει άλλον τρόπο να εκφραστεί. Και τότε ναι, συμφωνώ… η διαδικασία γίνεται σχεδόν σωματική. Σαν μια πληγή που ανοίγει για να πονέσει ξανά αλλά, το σημαντικότερο για εμένα ως Γιώργο, γιατί μόνο έτσι μπορεί να ανασάνει… Και σε αυτό που γράφεις για “σωματική” δεν είναι τυχαίο πως όταν ολοκληρώνω ένα κεφάλαιο, ή μια καθημερινή ποσότητα λέξεων στη γραφή ενός βιβλίου, η κόπωση που νιώθω δεν είναι μόνο πνευματική, είναι και σωματικη -σαν να προσπαθούσα όχι απλά να γράψω αλλά να κουβαλήσω τις λέξεις από το σκοτάδι, στη ζωή. Επίσης σε κάθε ιστορία υπάρχει ένα κομμάτι αλήθειας, ακόμη κι όταν κρύβεται πίσω από πρόσωπα φανταστικά και διαδρομές που μοιάζουν ξένες. Η γραφή είναι πάντα μια μορφή έκθεσης· μια σιωπηλή κατάθεση όσων δεν χωρούν εύκολα στην καθημερινότητα, όσων δεν μπορούμε να κάνουμε μαζί τους εύκολα ειρήνη, και αναζητούν διέξοδο. Ίσως γι’ αυτό οι λέξεις μοιάζουν μερικές φορές με κραυγή μέσα στο σκοτάδι. Όχι από ανάγκη να ακουστούν πιο δυνατά και να προκαλέσουν ρίγη, αντίδραση, συναισθήματα, αλλά από την ελπίδα πως κάπου, σε μια ήσυχη στιγμή κάποιου άλλου ανθρώπου, θα βρουν ανταπόκριση και θα του θυμίσω πως ακόμη και μέσα στις πιο βαθιές σιωπές, κανείς δεν είναι πραγματικά μόνος.
5. Οι νύχτες της ρεσεψιόν, η μοναξιά, οι άδειοι διάδρομοι ξενοδοχείων… πόσο επηρέασαν τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τον τρόμο; Γιατί έχω την αίσθηση πως στους κόσμους σου, το πιο τρομακτικό πράγμα δεν είναι ποτέ το τέρας. Είναι η σιωπή πριν εμφανιστεί.
(Γέλια) Και τώρα από τη νυχτερινή ρεσεψιόν σου γράφω!
Η νύχτα εδώ δεν έχει κορύφωση· μονάχα αφουγκράζομαι, επιμένω να έρθω σε επαφή με ότι βρίσκεται πίσω από το πέπλο της φαντασίας… Κάθε βήμα στο λόμπι ακούγεται σαν να δοκιμάζει την αντοχή του χώρου, σαν να ρωτάει αν υπάρχει κάποιος αλαφροΐσκιωτος, ώστε για να το αναγνωρίσει για αυτό που πραγματικά είναι. Έμαθα τόσα χρόνια σε νυχτερινές βάρδιες, πως ο τρόμος δεν μπαίνει ποτέ με τρόπο θεατρικό. Δεν χρειάζεται πόρτες που ανοίγουν μόνες τους ούτε σκιές που γλιστρούν. Του αρκεί η ακινησία. Εκείνη η μικρή, παράλογη παύση ανάμεσα σε δύο φυσιολογικά πράγματα, όπου τίποτα δεν συμβαίνει… κι’ όμως όλα έχουν ήδη μετακινηθεί. Οι διάδρομοι των ξενοδοχείων -μπορώ να σας βεβαιώσω- τις νύχτες δεν είναι άδειοι. Είναι σε αναμονή. Σαν να έχουν κρατήσει την ανάσα τους για εσένα που δεν έχεις αποφασίσει ακόμα αν θα επιστρέψεις ή αν δεν έφυγες ποτέ… Και ίσως αυτό να είναι το μόνο τέρας που πραγματικά με επηρέασε στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον τρόμο: Όχι εκείνο που εμφανίζεται, αλλά εκείνο που δεν χρειάζεται να εμφανιστεί… γιατί να σε έχει ήδη βρει. Γιατί ζει ήδη μέσα σου. Γιατί είσαι εσύ.
6. Στα βιβλία σου οι άνθρωποι συχνά κουβαλούν μέσα τους περισσότερη σκοτεινιά απ’ ό,τι τα ίδια τα φαντάσματα. Πιστεύεις πως ο τρόμος είναι τελικά ένα λογοτεχνικό είδος ή ένας τρόπος να απασφαλίσουμε και να μιλήσουμε για όσα φοβόμαστε να αντικρίσουμε στην πραγματική ζωή;
Ο τρόμος δεν είναι είδος φίλε μου. Είναι ρωγμή. Του δίνουμε κατά καιρούς διάφορα ονόματα και τον καταχωρούμε σε είδη, για να τον κρατήσουμε απέναντι, σε απόσταση ασφαλείας. Να μπορούμε να τον διαβάζουμε μια ιστορία τρόμου, όπως κοιτάμε τον βυθό της θάλασσας… από ένα φινιστρίνι: Γνωρίζοντας ότι υπάρχει γυαλί ανάμεσα. Τα φαντάσματα είναι σχεδόν ευγενικά. Υπακούουν σε μια τάξη. Ο άνθρωπος όχι. Η δική του σκοτεινιά δεν εμφανίζεται… Διαρρέει. Στις πιο ήσυχες στιγμές. Εκεί που τίποτα δεν φαίνεται να συμβαίνει. Ο τρόμος, στην ουσία του… δεν δείχνει το άγνωστο. Δείχνει το οικείο όταν παύει να είναι ακίνδυνο για εμάς, όταν φουσκώνει σαν μπαλόνι γεμάτο δηλητηριώδη αέρα, και εξαπλώνεται σαν μαύρο μελάνι κατά πάνω μας. Και τότε δεν υπάρχει τέρας απέναντι. Υπάρχει μόνο μια επίπονη καθυστέρηση αναγνώρισης. Αυτού που ήδη είμαστε, πριν προλάβουμε να το εξηγήσουμε και να προστατευτούμε.
7. Ως άνθρωπος που ζει καθημερινά δίπλα στη διαφορετικότητα και γνωρίζει από πρώτο χέρι πόσο σκληρή μπορεί να γίνει η κοινωνική ματιά, τι θεωρείς πως λείπει περισσότερο σήμερα από τους ανθρώπους; Η ενσυναίσθηση, η παιδεία ή απλώς η διάθεση να σταθούν για λίγο στη θέση του άλλου;
Πολύ ωραία ερώτηση φίλε. Θέλω να μοιραστώ με όποιον έχει διάθεση και μπορεί να ακούσει πως ζώντας καθημερινά δίπλα στη διαφορετικότητα, έχω καταλήξει ότι αυτό που λείπει περισσότερο από την κοινωνία μας δεν είναι μόνο η παιδεία ούτε μόνο η ενσυναίσθηση. Είναι η πρόθεση να σταθούμε, έστω για μια στιγμή, στη θέση του άλλου πριν τον κρίνουμε. Ας το σκεφτούμε λίγο: Η παιδεία μπορεί να μας δώσει γνώση. Η ενσυναίσθηση μπορεί να μας φέρει πιο κοντά στον συνάνθρωπο. Όμως τίποτα από τα δύο δεν έχει πραγματική αξία αν δεν συνοδεύεται από την ειλικρινή διάθεση να κατανοήσουμε όσα δεν ζούμε οι ίδιοι. Όταν μεγαλώνεις ένα παιδί στο φάσμα, όπως αγωνιζόμαστε για να κάνουμε σωστά με τη σύζυγο μου Αγγελίνα και όπως αγωνίζονται να κάνουν σωστά τόσοι συνάνθρωποι μας, έρχεσαι καθημερινά αντιμέτωπος με βλέμματα, σχόλια, αποκλεισμούς, φωνές, αλλά και σιωπές που πληγώνουν περισσότερο από τις λέξεις. Και τότε συνειδητοποιείς ότι ο μεγαλύτερος εχθρός δεν είναι πάντα η κακία. Είναι η αδιαφορία. Είναι η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι βγάζουν συμπεράσματα χωρίς να γνωρίζουν την ιστορία που κρύβεται πίσω από μια συμπεριφορά, μια δυσκολία ή μια διαφορετικότητα. Η κοινωνία μας δεν χρειάζεται περισσότερους κριτές. Χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους πρόθυμους να ακούσουν, να μάθουν και να καταλάβουν. Χρειάζεται να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τη διαφορετικότητα ως πρόβλημα και να τη δούμε ως μέρος της ανθρώπινης πραγματικότητας. Λείπει φίλε η γενναιοδωρία της ματιάς. Εκείνη η σπάνια ικανότητα να κοιτάζεις τον άλλον με κατανόηση αντί με προκατάληψη. Γιατί από αυτήν γεννιέται η ενσυναίσθηση, καλλιεργείται η παιδεία και χτίζεται μια κοινωνία που δεν αποκλείει, αλλά χωράει όλους τους ανθρώπους.
8. Στο «Το Μακρύ Σοκάκι» ένιωσα πως οι τόποι είναι ποτισμένοι με θύμησες. Σαν οι δρόμοι, τα σπίτια και τα χωριά να απορροφούν τις πράξεις των ανθρώπων και να τις επιστρέφουν αργότερα σαν ψίθυρο ή σαν τιμωρία. Πιστεύεις ότι υπάρχουν τόποι στην Ελλάδα που παραμένουν στοιχειωμένοι από ανείπωτα εγκλήματα;
Με ανατρίχιασες με αυτό που γράφεις. Αυτοί οι ψίθυροι είναι που ακούγονται ανάμεσα στις λέξεις που μοιραζόμαστε, από το πρώτο μου κιόλας βιβλίο “Εκείνος που ψιθυρίζει πάνω από τα βουνά” και η ένταση τους δυναμώνει, γίνεται επίμονη, δεν σε αφήνει να εφησυχάσεις… στο “Μακρύ σοκάκι”. Πιστεύω πως ναι, υπάρχουν τόποι που δεν κουβαλούν απλώς ιστορία συμβάντων… αλλά κουβαλούν το βάρος των ιστοριών αυτών. Ένα βάρος που δεν αποτυπώνεται σε επιγραφές ούτε σε βιβλία, αλλά περνά από γενιά σε γενιά μέσα από τις σιωπές. Στην Ελλάδα υπάρχουν σίγουρα μέρη όπου συνέβησαν γεγονότα τόσο σκληρά, ώστε έμειναν χαραγμένα όχι μόνο στη μνήμη των ανθρώπων, αλλά και στον τρόπο που αυτοί κατοίκησαν τον τόπο τους έκτοτε. Δεν είναι ότι τα σπίτια “θυμούνται” ή πως τα σοκάκια “έχουν συνείδηση”. Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που επιστρέφουν ξανά και ξανά στις ίδιες αυλές, στα ίδια μονοπάτια, στις ίδιες πέτρες, κουβαλώντας όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ένα όνομα που αποφεύγεται, μια οικογένεια που έφυγε χωρίς να εξηγήσει γιατί, μια πλαγιά που όλοι γνωρίζουν αλλά κανείς δεν δείχνει. Εκεί θεριεύει η αίσθηση πως ο τόπος ψιθυρίζει. Και όχι άδικα.. Η ελληνική ύπαιθρος είναι γεμάτη τέτοιες σιωπές. Πόλεμοι, εμφύλιες συγκρούσεις, βεντέτες, εγκλήματα που έμειναν ατιμώρητα ή θάφτηκαν για να μπορέσουν οι άνθρωποι να συνεχίσουν να ζουν δίπλα-δίπλα. Για να μπορέσουν να ζουν με τον εαυτό τους και ας μην είναι εύκολο να αναμετρηθούν με τον καθρέφτη ή με ένα άλλο βλέμμα που λέει “Ναι, ξέρω”. Η λήθη πολλές φορές δεν έφερε γαλήνη· απλώς σκέπασε τις πληγές με στρώματα χώματος. Αλλά οι πληγές συνεχίζουν να αιμορραγούν. Γιατί όσο η αλήθεια μένει θαμμένη, τόσο η σιωπή αποκτά φωνή. Και τόσο θα υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Ζήσης στο “Μακρύ σοκάκι” που θα αφουγκράζονται αυτές τις σιωπές -και θα κάνουν κάτι για αυτό.
9. Αν ο μικρός Γιώργος που έγραφε ιστορίες στο σχολείο στεκόταν σήμερα μπροστά σου, τι θα του έλεγες;
Θα τον αγκάλιαζα με αγάπη. Και θα του έλεγα τρυφερά “Είμαι περήφανος για εσένα. Βρήκες τη δύναμη να μοιραστείς τις λέξεις σου”
10. Και τώρα που πέφτει το σκοτάδι πάνω στα βουνά και το χώμα μυρίζει βροχή και παρελθόν… θέλω να σε ρωτήσω το εξής: τι πιστεύεις πως αφήνει πραγματικά πίσω του ένας άνθρωπος όταν φύγει;
Καθώς το σκοτάδι γλιστράει πάνω στα βουνά για να έρθει να μας αγκαλιάσει και η βροχή ποτίζει το χώμα που κρύβει τόσα μυστικά και τόσες ζωές… Οι άνθρωποι καταλαβαίνουμε πόσο μικρό είναι το πέρασμά μας από τον κόσμο. Δεν μένουν πίσω μας τα πράγματα που αποκτήσαμε, ούτε οι υπερωρίες στη δουλειά και ο χρόνος που αντικρίζουμε μια οθόνη. Αυτά σιωπούν, διαλύονται μαζί μας, χάνονται. Αλλά φίλε… Μένει ο τρόπος που αγγίζουμε τις ζωές των άλλων. Μια κουβέντα, ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, μια πράξη αγάπης. Και ναι… Κάποια βιβλία. Γιατί ο άνθρωπος δεν συνεχίζει μέσα από όσα άφησε πίσω του, αλλά μέσα από εκείνους που τον κουβαλούν στη μνήμη τους. Αυτή είναι η πραγματική αθανασία.
Η ομίχλη είχε πυκνώσει πια πάνω από το παλιό νεκροταφείο. Ο αέρας περνούσε ανάμεσα από τους γερμένους σταυρούς και τις μαύρες ρίζες που ξεπρόβαλλαν από τη γη σαν ξεχασμένα νεύρα του τόπου. Ο Γιώργος στεκόταν ακόμη μέσα στο ανοιγμένο μνήμα, με το χώμα μέχρι τα γόνατα. Σαν άνθρωπος που είχε κατέβει βαθιά μέσα στο παρελθόν για να συνομιλήσει με όσα δεν θάβονται ποτέ πραγματικά.
Τότε ο Gallant Duke πλησίασε αργά. Άπλωσε το χέρι του προς τον συγγραφέα.
Ρίζες είχαν τυλιχτεί γύρω από τα πόδια του. Ρίζες παλιών φόβων. Ρίζες σιωπής. Ρίζες ενοχής. Κι όμως, με μια απότομη κίνηση, εκείνες έσπασαν.
Ο Γιώργος βγήκε από το μνήμα και στάθηκε ξανά όρθιος απέναντι στη νύχτα.
Και τότε ο Gallant Duke του είπε:
«Μόνο όταν εκφράζεσαι ελεύθερα ζεις πραγματικά.
Είσαι ελεύθερος να εκφραστείς και να ζήσεις.
Εις το επανιδείν».