Skip to main content
Βιβλιοκριτική από το Πηγάδι του Μίμιρ για το “Ο Κόσμος του Παντάκ: Η Τρύπα”

Αυτή τη φορά θα σας παρουσιάσω το τελευταίο βιβλίο που διάβασα και το οποίο δεν είναι
άλλο από το βιβλίο του Στέφανου Καράμπαλη, «Ο κόσμος του Παντάκ» (βιβλίο 1 ο ). Ο
Στέφανος είναι συγγραφέας και μεταφραστής με αρκετές δουλειές στο βιογραφικό του και
το ρεσάλτο μου στο τιράζ του Μαύρου Γρύπα ήταν ιδανική ευκαιρία να γνωρίσω και τη
γραφή του, πέραν από τον ίδιο, μερικές μέρες νωρίτερα.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο είδος λογοτεχνίας, το λεγόμενο LitRpg, όπου η
πλοκή και οι ήρωες κινούνται μεταξύ της φανταστικής μυθοπλασίας και των λειτουργιών
ενός αντίστοιχου παιχνιδιού στον υπολογιστή (ή σε κάποια κονσόλα). Αν δεν απατώμαι, ο
Στέφανος είναι ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που επιδίδεται στη συγγραφή σε αυτό το
είδος, οπότε και αυτό είναι ένα μεγάλο ατού, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους
αναγνώστες.
Τι εννοώ…Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες και μηχανισμοί, ο ήρωας «τρώει» damage,
κάνει level up κ.ο.κ.
Περιττό να πει κανείς πόσο δουλειά χρειάζεται για να στήσει κανείς ένα τέτοιο «σύμπαν».
Στη προκείμενη περίπτωση, ο κόσμος εντός του οποίου διαδραματίζεται η πλοκή της
ιστορίας του Στέφανου, είναι ο Κόσμος του Παντάκ, ένας κόσμος τεχνητά δημιουργημένος
από τον ίδιο του τον Δημιουργό, ο οποίος μόνο ως ψεύτικος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί.
Εδώ έχουμε μια συνεπή κοσμοπλασία, με πολύ ωραίο character building, ενδιαφέρουσες
αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων και φυσικά τα αγαπημένα μας κλισέ του είδους,
π.χ. γκρινιάρηδες νάνοι, ψηλομύτικα ξωτικά, μυστηριώδεις τύποι, αποστολές που ξεκινάς
για κάπου και καταλήγεις αλλού, κλπ.
Πολύ δυνατό σημείο του βιβλίου είναι η ύπαρξη ενός υφέρποντος χιούμορ στους
διαλόγους, κάτι το οποίο κατ’ εμέ καταδεικνύει και την ποιότητα του αφηγητή ως
συγγραφέα αλλά και την οξύνοιά του. Δίδεται σε επαρκείς ποσότητες, χωρίς να
υπερχρησιμοποιείται και βοηθάει πολύ. Κάτι που με χάλασε λίγο είναι ότι τουλάχιστον
στην αρχή, υπάρχει μια μικρή κοιλιά 50-70 σελίδων, γεγονός που επιβραδύνει λίγο την
εξέλιξη της ιστορίας. Μικρό το κακό όμως, διότι το υπόλοιπο διαβάζεται απνευστί.
Καθώς το εν λόγω είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς, λογικό είναι το τέλος του πρώτου
βιβλίου να μας βρίσκει σε ένα σχετικό cliffhanger, έχοντας όμως ολοκληρωθεί το πρώτο
κεφάλαιο των περιπετειών των ηρώων μας.
Χωρίς να πώ ότι ήμουν κολημμένος gamer, έχω «λιώσει» μπροστά στο Diablo (I &II) όταν
βγήκαν, όπως και στη σειρά Witcher, Baldur’s gate, κλπ κλπ κλπ, έχω να πω ότι ο κόσμος
του Στέφανου συνδυάζει την αίσθηση από όλους αυτούς τους κόσμους, δείχνοντας ότι
γνωρίζει όλα αυτά τα σύμπαντα και επιλέγει να ενσωματώσει τα καλύτερα σημεία τους,
εκεί όπου το κρίνει απαραίτητο. Το κυνηγητό των κλεφτών π.χ. (δε λέω παραπάνω για να
μη κάνω spoiler), μου έφερε στο νου τα βρωμερά σοκάκια του Novigrad (Witcher), ενώ οι
περιγραφές των νάνων, τις σειρές βιβλίων Forgotten Realms. Προσέξτε, είπα μου έφεραν,
όχι ότι είναι ξεπατήκωμα. Ίσα ίσα, ο Στέφανος καταφέρνει να χτίσει μια οργανική αφήγηση,
η οποία διατηρεί την μοναδικότητά της παρά την αναπόφευκτη ταύτισή της με μέρος των
επιρροών, παραδίδοντας μας ένα πολύ όμορφο πόνημα.