Γεια σας φίλοι μου,
Αυτή την εβδομάδα θα σας ταξιδέψω στη χώρα της Καλεβάλα, στη φινλανδική μυθολογία.
Σε αυτή την πολύ όμορφη παράδοση, μία από τις κυρίαρχες μορφές είναι ένας γερο-βάρδος, ο Βαϊναμόινεν, από τις πιο παράξενες και γοητευτικές μορφές της ευρωπαϊκής μυθικής παράδοσης.
Η Καλεβάλα, το εθνικό έπος της Φινλανδίας, πήρε τη γνωστή της μορφή τον 19ο αιώνα χάρη στον Ελίας Λένροτ. Ο Λένροτ ταξίδεψε σε φινλανδικές και καρελιανές περιοχές, άκουσε τραγουδιστές της υπαίθρου, κατέγραψε παλιά ποιήματα, ξόρκια και αφηγήσεις, και ύστερα τα συνέθεσε σε ένα μεγάλο ποιητικό έργο. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιο μεσαιωνικό έργο, αλλά για μια σχετικά πρόσφατη ανασύσταση προφορικών ιστοριών και θρύλων, οι οποίες βέβαια προυπήρχαν.
Πίσω από το σύνολο των ποιημάτων (που ονομάζονται Ρούνοι) που διαβάζουμε σήμερα βρίσκεται μια μακρά προφορική παράδοση. Τραγούδια και μυθικές αφηγήσεις που περνούσαν από στόμα σε στόμα, μέσα σε χωριά, δάση, λίμνες και χειμώνες, κουβαλώντας μαζί τους μια ολόκληρη αντίληψη για τον κόσμο.
Εκτός από τον Λένροτ, ένας από τους ανθρώπους που άνοιξαν τον δρόμο για τη διάσωση της προφορικής παράδοσης της Καλεβάλα ήταν ο Ζαχαρίας Τοπέλιους ο πρεσβύτερος.
Γιατρός στο επάγγελμα, αλλά και παθιασμένος συλλέκτης της φινλανδικής λαϊκής ποίησης, ο Τοπέλιους πέρασε τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του καθηλωμένος στο κρεβάτι από βαριά ασθένεια. Η ακινησία του, όμως, δεν σταμάτησε την εργασία του. Γνωρίζοντας ότι πολλοί Φινλανδοί της ρωσικής επικράτειας διατηρούσαν ακόμη ζωντανά τα παλιά ηρωικά τραγούδια, καλούσε στο προσκέφαλό του περιπλανώμενους εμπόρους και τραγουδιστές, τους άκουγε να απαγγέλλουν ή να τραγουδούν τους αρχαίους στίχους, και κατέγραφε όσα του μετέδιδαν.
Με αυτόν τον τρόπο συγκέντρωσε δεκάδες επικά αποσπάσματα, τα οποία αργότερα συνέβαλαν στη μεγάλη προσπάθεια διάσωσης της φινλανδικής μυθικής παράδοσης. Πριν ακόμη ο Ελίας Λένροτ δώσει στην Καλεβάλα τη γνωστή της μορφή, ο Τοπέλιους είχε ήδη βοηθήσει να σωθούν από τη λήθη φωνές, μνήμες και τραγούδια που ταξίδευαν για αιώνες από στόμα σε στόμα.
Ο Βαϊναμόινεν εμφανίζεται από τις πρώτες κιόλας στιγμές αυτού του μυθικού σύμπαντος.
Η γέννησή του τοποθετείται στην πρώτη μεγάλη σκηνή της Καλεβάλα, πριν ακόμη ο κόσμος πάρει τη γνωστή του μορφή. Στην αρχή υπάρχει μόνο απέραντο νερό και πάνω του πλανιέται η Ιλμάταρ, η κόρη του αέρα. Κατεβαίνει στη θάλασσα, μένει έγκυος από τον άνεμο και τα κύματα, και περιπλανιέται για αιώνες χωρίς να μπορεί να γεννήσει. Κάποια στιγμή ένα πουλί, συνήθως αποδιδόμενο ως αγριόπαπια ή χήνα της θάλασσας, βρίσκει καταφύγιο στο γόνατό της και γεννά εκεί τα αυγά του. Όταν η θερμότητα γίνεται ανυπόφορη, η Ιλμάταρ τινάζει το γόνατο της με αποτέλεσμα τα αυγά να πέσουν στο νερό και να σπάσουν. Από τα κομμάτια τους σχηματίζεται ο κόσμος: το κάτω μέρος του κελύφους γίνεται η γη, το πάνω ο ουρανός, ο κρόκος γίνεται ο ήλιος, το ασπράδι το φεγγάρι, ενώ άλλα θραύσματα γίνονται άστρα και σύννεφα. Ύστερα από αυτή την κοσμική γέννηση έρχεται στον κόσμο ο Βαϊναμόινεν, γιος της Ιλμάταρ, ο οποίος, επειδή έχει μείνει πάρα πολύ καιρό στην κοιλιά της μητέρας του, βγαίνει στη θάλασσα όντας ήδη σοφός, ένα πλάσμα παλαιότερο από την ίδια την ανθρώπινη ιστορία.
Αυτό τον κάνει τόσο ξεχωριστό. Η δύναμη του Βαϊναμόινεν βρίσκεται αλλού στη γνώση και τη σοφία, και την ικανότητα του στο τραγούδι. Γνωρίζει τους παλαιούς λόγους και την καταγωγή όλων των πραγμάτων. Στον κόσμο της Καλεβάλα, αυτή η γνώση έχει πρακτική ισχύ. Όποιος ξέρει από πού κρατά η φωτιά, το σίδερο, το νερό ή η αρρώστια, μπορεί να τα δαμάσει και έτσι, η κατοχή αυτών των πολύτιμων πληροφοριών, είναι τελικά ο τρόπος για να δαμάσει κανείς το κόσμο.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια είναι η αναμέτρησή του με τον Γιούκαχαϊνεν, έναν νέο που καυχιέται για τη σοφία του και τολμά να τον προκαλέσει. Η σκηνή παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για τις συχνές «μονομαχίες» λέξεων ή δεξιοτήτων που απαντώνται στις μυθολογίες των λαών. Από τη μια μεριά ο νεανικός κομπασμός, αναμετράει με την σοφία των παλαιοτέρων Η μονομαχία ξεκινάει με τον γερο-αοιδό, τον Βαϊναμόινεν, να ψάλλει και αμέσως, η γη σαλεύει και όλο το το τοπίο αντιδρά. Λίγο αργότερα, ο ο αντίπαλός του βυθίζεται στον βάλτο, νικημένος.
Γύρω από τον Βαϊναμόινεν κινούνται και άλλες δυνατές μορφές. Ο Ιλμάρινεν, ο θαυμαστός τεχνίτης – σιδηρουργός (όλοι οι λαοί τελικά έχουν έναν τέτοιο!), μπορεί να σφυρηλατήσει σχεδόν το αδύνατο. Η Λούχι, κυρά της Πόχιολα, κυβερνά έναν βορρά σκοτεινό, γεμάτο δοκιμασίες και μαγικούς κινδύνους. Ο Λέμινκαϊνεν φέρνει την ορμή του νέου άντρα, τον έρωτα, την απερισκεψία και την περιπέτεια. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις μορφές, ο Βαϊναμόινεν στέκεται σαν η θύμηση της παλαιάς φλόγας, η οποία καίει ακόμα και έχει μια μνήμη που τους υπερβάινει όλους.
Πάντως, ο Βαϊναμόινεν, καίτοι πρωταγωνιστής, δεν είναι αλάθητος και πολλές φορές σφάλλει και διολισθαίνει σε επικίνδυνες ατραπούς. Αυτή όμως η συμπεριφορά, αντί να τον καταστήσει αποκρουστικό, τον τοποθετεί μέσα σε ένα πιο ανθρώπινο πλαίσιο, πιο κοντά στα ανθρώπινα πρότυπα.
Από τις πιο όμορφες σκηνές που συνδέονται μαζί του είναι η κατασκευή του πρώτου κάντελε, του παραδοσιακού φινλανδικού έγχορδου οργάνου. Ο Βαϊναμόινεν το κατασκευάζει χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τα οστά ενός μεγάλου ψαριού. Όταν παίζει, η φύση σωπαίνει. Άνθρωποι, ζώα, πνεύματα, ακόμη και τα πλάσματα του νερού και του δάσους μαγεύονται από τον ήχο. Η εικόνα αυτή κρύβει όλη την ψυχή της Καλεβάλα, όπου η μουσική καθιερώνεται ως ένας συνεκτικό δεσμός ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο.
Η φινλανδική μυθολογία έχει μια δική της αίσθηση, μια δική της ξεχωριστή σιωπή. Σε αντίθεση με την σκανδιναβική, δεν βλέπουμε εδώ βλοσυρούς θεούς, μοχθηρά τέρατα, αμφίσημες προσωπικότητες, δολοφονίες και βαρείς όρκους. Η φινλανδική παράδοση στρέφεται γύρω από το φυσικό τοπίο, τις λίμνες, τους βάλτους, τα πουλιά, τα δέντρα, αλλά και τη παγωνιά, τις σκοτεινές χώρες και τους νεκρούς που κατοικούν στην Τουονέλα, τον Κάτω Κόσμο.
Στο τέλος της Καλεβάλα, ο Βαϊναμόινεν αποχωρεί. Μπαίνει στο χάλκινο καράβι του και φεύγει, αφήνοντας πίσω το κάντελε και τα τραγούδια του. Η σκηνή εμφορείται από ένα έντονο μελαγχολικό στοιχείο, ένα «τέλος εποχής», σαν να αποσύρεται ο παλαιός κόσμος των ξορκιών, των τραγουδιστών και της μαγικής γνώσης, ο οποίος δίνει τη σειρά του στο νέο. Κι όμως, η φωνή του παραμένει δυνατή και το τραγούδι συνεχίζει να ακούγεται.
Η συγκίνηση που προσφέρει το έπος της Καλεβάλα, εστιάζεται ακριβώς σε αυτό το μαγικό συναίσθημα που σου αφήνει ως γλυκόπικρη επίγευση η ανάμνηση ενός παρελθοντικού κόσμου, όπου η μουσική, η φύση και η σοφία ήταν έννοιες αλληλένδετες και φώτιζαν τη ζωή των ανθρώπων, ως ένας πνευματικός φάρος και πυξίδα ηθικής, συναισθημάτων και ενσυναίσθησης.