Ισλανδία, δέκατος τρίτος αιώνας. Ένας άνδρας κάθεται έξω από το σπίτι του μέσα στη νύχτα και κοιτάζει ένα κοίλωμα στο χωράφι. Εκεί, ξαπλωμένο στο χώμα, βλέπει ένα κατσίκι λουσμένο στο αίμα. Γυρίζει στον Νιάλ, τον πιο σοφό άνδρα του νησιού, και του περιγράφει τι αντικρίζει. Η απάντηση έρχεται ψυχρή.
«Δεν υπάρχει κατσίκι εκεί. Αυτό που βλέπεις είναι η φύλγια σου. Είσαι σημαδεμένος. Φυλάξου».
Ο Θόρδ αγνόησε την προειδοποίηση και λίγο αργότερα συνάντησε τον θάνατο. Η σκηνή έρχεται από τη Njáls saga και ανοίγει μια πόρτα προς κάτι που στέκεται βαθιά μέσα στη σκανδιναβική σκέψη. Γυναικείες παρουσίες φανερώνονται ως ζώα πριν τον θάνατο και ως πολεμίστριες πάνω από τα πεδία της μάχης. Άλλες φορές περνούν σαν σκιές μέσα από τα όνειρα. Οι Βόρειοι τις ονόμαζαν Βαλκυρίες, ντίσιρ και φύλγιουρ, τρία ονόματα για κάτι που ίσως……ήταν ένα και μόνον πράγμα.
Η μοίρα στον κόσμο αυτό είχε πρόσωπο, και το πρόσωπο αυτό ήταν γυναικείο.
Η λέξη valkyrja σημαίνει «αυτή που επιλέγει τους πεσόντες», σύμφωνα με τον επικρατούντα ορισμό. Στο Gylfaginning της Πεζής Έντα ο Σνόρρι γράφει πως ο Όντιν στέλνει τις Βαλκυρίες σε κάθε μάχη, εκείνες ορίζουν ποιοι θα πέσουν και χαρίζουν τη νίκη. Αμέσως μετά προσθέτει κάτι που δείχνει πόσο ασταθή ήταν τα όρια. Η Σκουλντ, η νεότερη από τις Νόρνες, ιππεύει μαζί με τις Βαλκυρίες, και ο Σνόρρι την κατονομάζει τόσο ως Βαλκυρία όσο και ως Νόρνα.
Δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει πώς μια μορφή ανήκει ταυτόχρονα σε δύο κατηγορίες. Ήδη, στο βασικό κείμενο αναφοράς η διαχωριστική γραμμή μένει θολή.
Στην Ποιητική Έντα οι Βαλκυρίες παρελαύνουν σε καταλόγους ονομάτων. Στο Grímnismál ο μεταμφιεσμένος Όντιν απαριθμεί δεκατρία, ανάμεσά τους, Hrist, Skögul, Hildr και Þrúðr, που κουβαλούν τα κέρατα του ποτού στους εκλεκτούς νεκρούς της Βαλχάλα. Πολλά από αυτά στέκονται ως ήχοι του πολέμου ντυμένοι με γυναικεία μορφή, χωρίς κάποιο ξεχωριστό πρόσωπο πίσω τους. Το Hjörþrimul σημαίνει «μάχη σπαθιών» και το Geirahöð «μάχη δοράτων», ενώ το Hlökk σημαίνει απλώς «θόρυβος». Όνομα πάνω σε όνομα, μια ηχώ από σίδερο που επέζησε μέσα στον μύθο.
Στα ηρωικά ποιήματα η εικόνα παίρνει άλλο χρώμα. Η Σίγκρουν αγαπά τον Χέλγκι τόσο βαθιά που, μετά τον θάνατό του, κατεβαίνει στον τύμβο, ξαπλώνει δίπλα στο αιμόφυρτο σώμα του και τον αγκαλιάζει μέσα στο σκοτάδι του τάφου.
Η Βαλκυρία εδώ αγαπά και πενθεί, και στο τέλος ακολουθεί τον νεκρό της μέσα στο χώμα. Η Μπρύνχιλντ ανήκει στην ίδια παράδοση. Ο Όντιν την τιμώρησε επειδή χάρισε τη νίκη στον λάθος πολεμιστή, την κοίμισε μέσα σε κύκλο φωτιάς, και ξύπνησε μόνο όταν ο Σίγκουρντ διέσχισε τις φλόγες. Ξύπνησε γυναίκα και ερωτεύτηκε.
Ο έρωτας αυτός την οδήγησε στον θάνατο.
Ένα ποίημα ανατρέπει την εικόνα της Βαλκυρίας που σερβίρει και αγαπά. Είναι το Darraðarljóð, σωσμένο μέσα στη Njáls saga.
Τη Μεγάλη Παρασκευή του 1014 ένας άνδρας στο Κάιθνες της βόρειας Σκωτίας βλέπει δώδεκα γυναίκες να μπαίνουν σε ένα σπίτι. Κρυφοκοιτάζει από μια σχισμή και αντικρίζει έναν αργαλειό. Τα νήματα κρύβουν κάτι φρικτό. Το στημόνι είναι πλεγμένο από ανθρώπινα έντερα και τα αντίβαρα είναι κομμένα κεφάλια. Η σαΐτα είναι ένα βέλος, οι κερκίδες σπαθιά. Οι δώδεκα υφαίνουν τη μάχη του Κλόνταρφ, εκεί όπου ο Ιρλανδός βασιλιάς Μπράιαν Μπορού θα νικήσει και θα πεθάνει την ίδια μέρα (βέβαια οι Ιρλανδοί τελικώς νίκησαν).
Καθώς το ύφασμα μεγαλώνει, τραγουδούν και ονομάζουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πέσει. Στο τέλος το σχίζουν, κρατά η καθεμία το κομμάτι της, ανεβαίνουν στα άλογα και χάνονται προς τον βορρά και τον νότο. Οι Βαλκυρίες εδώ πλάθουν τη μοίρα με τα ίδια τους τα χέρια, κλωστή με την κλωστή, από τα σπλάχνα των ανθρώπων. Η δουλειά τους ταυτίζεται με αυτήν των Νορνών, που κλώθουν το νήμα του κόσμου κάτω από το Ύγκντραζιλ.
Το πού τελειώνει η Βαλκυρία και πού αρχίζει η Νόρνα κανείς δεν μπήκε στον κόπο να το ορίσει.
Η λέξη dís σημαίνει «κυρία» ή «θεά», και ο πληθυντικός dísir ακούγεται στα ελληνικά αυτιά σαν «ντίσιρ». Ο Rudolf Simek παρατηρεί πως ο όρος λειτουργούσε και ως απλή λέξη για τη «γυναίκα» μέσα στην παλιά ποίηση. Στη Guðrúnarkviða οι Βαλκυρίες ονομάζονται Herjans dísir, οι ντίσιρ του Όντιν, ενώ στο Atlamál οι ντίσιρ είναι ρητά νεκρές γυναίκες. Η ίδια λέξη μπορούσε να σημαίνει Βαλκυρία, θεά ή πεθαμένη γυναίκα, ανάλογα με το κείμενο. Οι ντίσιρ είχαν κάτι ξεχωριστό. Δέχονταν θυσίες αίματος. Το dísablót, η θυσία προς τιμήν τους, γινόταν στις Vetrnætr, τις Νύχτες του Χειμώνα, στην αρχή της κρύας εποχής. Στη Víga-Glúms saga η συμμετοχή στην τελετή ήταν υποχρεωτική για όλους, και αυτό από μόνο του λέει αρκετά. Μια δύναμη που μπορεί να αγνοηθεί δεν επιβάλλει τη λατρεία της.
Πόσο σοβαρά έπαιρναν τη λατρεία αυτή το δείχνει μια σκηνή από την Ynglinga saga. Ο βασιλιάς Άντιλς ιππεύει γύρω από την αίθουσα της ντίς την ώρα του dísablót. Το άλογο σκοντάφτει, ο Άντιλς πέφτει, χτυπά το κεφάλι του σε βράχο και πεθαίνει. Ο John Lindow διαβάζει εδώ έναν πιθανό τελετουργικό θάνατο. Ο βασιλιάς αφήνει την τελευταία του πνοή καλπάζοντας γύρω από το ιερό, και η θυσία στο τέλος γίνεται ο ίδιος.
Η λέξη fylgja σημαίνει «εκείνο που ακολουθεί». Πρόκειται για μια συνοδευτική παρουσία δεμένη με ένα πρόσωπο ή μια ολόκληρη γενιά, που φανερώνεται σε όνειρα και οράματα, σε μορφή ζώου ή γυναίκας, σχεδόν πάντα λίγο πριν γυρίσει η τύχη. Η φύλγια λείπει από τις δύο Έδδες και ζει μέσα στις σάγκες, στις ισλανδικές αφηγήσεις όπου οι θεοί έχουν αποσυρθεί και μένουν μόνο οι άνθρωποι αντιμέτωποι με τη μοίρα τους. Η Else Mundal ξεχωρίζει δύο τύπους. Η ζωόμορφη φύλγια φανερώνεται ως ζώο που καθρεφτίζει τον χαρακτήρα του ανθρώπου, λύκος για τον βίαιο και αλεπού για τον πανούργο. Η fylgjukona, η γυναικεία φύλγια, δένεται με το αίμα και την καταγωγή, και η Mundal τη διαβάζει ως πνεύμα προγονικών μητέρων.
Είναι η ίδια ιδέα που συναντήσαμε στις ντίσιρ.
Στη Vatnsdæla saga ο Ίνγκολφ βλέπει στον ύπνο του τον εαυτό του πάνω σε ένα κόκκινο άλογο και χαίρεται, γιατί το παίρνει για καλό σημάδι. Η γυναίκα του τον διορθώνει. Το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος, και το άλογο μια φύλγια που προμηνύει συμφορά. Τον ικέτεψε να μην πάει στη συνέλευση. Πήγε όμως, εκλέχτηκε αρχηγός και αμέσως μετά δολοφονήθηκε. Στη Hallfreðar saga η γυναικεία φύλγια κουβαλά μαζί της κακή τύχη, σαν χρέος κληρονομημένο που βαραίνει ολόκληρο το γένος.
Μένει το ερώτημα γιατί οι Σκανδιναβοί δεν ξεχώριζαν καθαρά αυτές τις μορφές.
Ο Daniel McCoy δίνει μια απλή απάντηση. Η σκανδιναβική θρησκεία δεν δογματοποιήθηκε ποτέ, και κανένα καθιερωμένο δόγμα δεν όρισε αυτά τα πλάσματα. Η Βαλκυρία μπορούσε να ονομαστεί ντίς και η ντίς να λειτουργήσει ως φύλγια. Καμιά φορά η φύλγια έμοιαζε με Νόρνα. Τα σύνορα έμειναν μαλακά γιατί κανείς δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να τα σκληρύνει. Ο Simek το θέτει καθαρά, ονομάζοντας την πίστη στις ντίσιρ, τις Βαλκυρίες και τις Νόρνες διαφορετική εκδήλωση μιας πίστης σε έναν αριθμό γυναικείων ημιθεοτήτων. Η Lotte Motz πρότεινε πως η λέξη dís ήταν αρχικά η παλαιονορβηγική λέξη για τη θεά, προτού την αντικαταστήσει η λέξη ásynja.
Αν ισχύει αυτό, η ρίζα ήταν μία και οι διακλαδώσεις ήρθαν με τον χρόνο.
Πίσω από τα ονόματα στέκεται μια πίστη παλαιότερη ίσως από τα ίδια τα ποιήματα, η πίστη πως γυναικείες δυνάμεις κυβερνούν τα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ζωής, τη γέννηση και τον θάνατο, τη μάχη και τη γενιά. Ο Σκανδιναβός άνθρωπος ήξερε μόνο πως μια γυναικεία μορφή είχε φανερωθεί. Αν ήταν Βαλκυρία ή ντίς ή φύλγια λίγο τον απασχολούσε, αρκούσε η παρουσία της. Βαλκυρία την έλεγαν όταν πετούσε πάνω από τη μάχη. Γινόταν ντίς όταν έχυναν το αίμα τους στην πέτρα για χάρη της. Μέσα στο σκοτάδι των ονείρων έπαιρνε τη μορφή της φύλγιας.
Τρία ονόματα, ένα χέρι πίσω από τα νήματα της μοίρας.
Αν θέλετε να ακούσετε την ιστορία των Γυναικών της Μοίρας, μπορείτε να επισκεφτείτε το κανάλι μου «Παραμύθια και Ιστορίες από την Ευρώπη και την Ελλάδα», όπου έχουμε αφιερώσει ένα επεισόδιο στο συγκεκριμένο, πολύ ενδιαφέρον θέμα.

