Στην Καλεβάλα υπάρχει ένα ποτάμι που χωρίζει τους ζωντανούς από τους νεκρούς, ο μαύρος ποταμός της Τουονέλα.
Μια καλή ημέρα, στις όχθες του κατεβαίνει ο Λεμμινκάινεν, ο πιο απερίσκεπτος ήρωας του φινλανδικού έπους.
Εκεί είναι που βρίσκει τον χαμό του.
Για να τα πάρουμε από την αρχή τα πράγματα όμως.
Ο Λεμμινκάινεν είναι από τους κεντρικούς ήρωες του φινλανδικού έπους, νέος, όμορφος και σίγουρος ότι κανένας κίνδυνος δεν τον αγγίζει. Ζει για την περιπέτεια και τις γυναίκες, και η….. ορμή του τον βάζει συνέχεια σε μπελάδες. Έχοντας ήδη «μπανίσει» την Κυλλίκι, τη γυναίκα που είχε αρπάξει από το νησί της, στη συνέχεια βάζει στο μάτι την κόρη της Πόχγιολα, της σκοτεινής χώρας του Βορρά. Πάει μόνος, χωρίς να ακούσει τη μάνα του που τον προειδοποιεί να μην μπλεχτεί με την Πόχγιολα. Εκεί, βασιλεύει η Λούχι, η αδίστακτη αρχόντισσα του τόπου, η οποία αρχικά δεν τον διώχνει. Για να πάρει όμως τη κόρη της, του θέτει (κλασικά) να φέρει εις πέρας τρία κατορθώματα, τρεις άθλους αν θέλετε.
Πρώτα να κυνηγήσει στα χιόνια το ελάφι του δαίμονα Χίισι και μετά να δαμάσει το πύρινο άλογό του. Στο τέλος, να σαϊτέψει τον κύκνο που πλέει στα μαύρα νερά της Τουονέλα. Τα δύο πρώτα τα καταφέρνει, η τρίτη όμως δοκιμασία είναι αυτή που τον σκοτώνει.
Στις όχθες του ποταμού τον περιμένει ένας τυφλός γέρος βοσκός με μουσκεμένο καπέλο, ένας άνθρωπος που ο Λεμμινκάινεν τον είχε περιφρονήσει χρόνια πριν και που είχε κρατήσει από τότε το κακό μέσα του. Καθώς ο ήρωας ζυγώνει το νερό, σίγουρος για άλλη μια φορά, ο γέρος τραβάει από τον βυθό ένα νερόφιδο και του το ρίχνει σαν ακόντιο. Ευθύς αμέσως, το φίδι τον βρίσκει κατάστηθα.
Ο ήρωάς μας γνώριζε ξόρκια για κάθε λογής κίνδυνο. Ένα μονάχα του είχε ξεφύγει, η επωδός για το δηλητήριο του νερού. Έτσι, πάνω που νόμιζε ότι τα είχε βολέψει όλα, πέφτει νεκρός. Τότε, ο γιος του Τουόνι, του θεού των νεκρών, τον ανασύρει από το νερό, τον κομματιάζει με το σπαθί και ρίχνει τα μέλη του πίσω στο ρεύμα.
Πίσω στο σπίτι, η μάνα του καταλαβαίνει ότι κάτι πάει στραβά πριν της το πει κανείς. Φεύγοντας, ο γιος της είχε αφήσει τη χτένα του κρεμασμένη και της είχε δώσει ένα σημάδι να τον θυμάται. Όσο η χτένα μένει στεγνή, ζει. Αν στάξει αίμα από τα δόντια της, ο γιος της χάθηκε. Ένα πρωί το αίμα κυλάει στο ξύλο και η μάνα δεν χάνει ούτε στιγμή. Παίρνει τον δρόμο για την Πόχγιολα και εμφανίζεται στη Λούχι, που μετά από πολλές υπεκφυγές και δικαιολογίες ομολογεί πού έστειλε τον νέο.
Αρχίζει τότε μια αναζήτηση που προσομοιάζει με θρήνο. Η μάνα ρωτάει τα δέντρα του δάσους και τα μονοπάτια κάτω από τα πόδια της, χωρίς απόκριση. Ρωτάει το φεγγάρι ψηλά, και το φεγγάρι σωπαίνει. Μόνο ο ήλιος, που από τον ουρανό τα βλέπει όλα, της λέει την αλήθεια. Ο γιος της κείτεται κομματιασμένος στον πάτο του ποταμού των νεκρών.
Τι φρικτή είδηση για μία μητέρα!
Τότε τρέχει στον Ίλμαρινεν, τον αθάνατο σιδερά, και του παραγγέλνει μια τσουγκράνα. Όχι μια συνηθισμένη τσουγκράνα. Μια τσουγκράνα που φέρει χάλκινο στειλιάρι εκατό οργιές και με πεντακόσια σιδερένια δόντια. Η τσουγκράνα αυτή είναι αρκετά μεγάλη για να φτάσει ως τον βυθό του θανάτου. Με αυτήν στα χέρια κατεβαίνει στην Τουόνελα και αρχίζει να χτενίζει το μαύρο νερό, πέρασμα με πέρασμα, χωρίς να σταματάει. Στην αρχή ανασύρει κουρέλια από τα ρούχα του παιδιού της. Ύστερα τη σάρκα του και στο τέλος τα κόκαλά του. Ένα – ένα τα βρίσκει και τα ταιριάζει μεταξύ τους, σάρκα με σάρκα και κόκαλο με κόκαλο, ώσπου το σώμα ξαναγίνεται ολόκληρο, σε μια φρικιαστική ακολουθία.
Το σώμα είναι πλέον, μα ακόμα νεκρό. Λείπει η πνοή, και καμιά ανθρώπινη τέχνη δεν τη δίνει πίσω. Η μάνα στέλνει τότε μια μέλισσα να της φέρει ένα γιατρικό που δεν φυτρώνει πουθενά στη γη. Η μέλισσα πετάει πάνω από θάλασσες και βουνά, αφήνει πίσω το φεγγάρι και τον ήλιο, και φτάνει στα ουράνια κελάρια του Ούκκο, του ύψιστου θεού. Από εκεί κουβαλάει πίσω το θεϊκό μέλι. Η μάνα αλείφει τα σπασμένα μέλη, λέει από πάνω τις επωδούς της και περιμένει. Σιγά σιγά η ζεστασιά γυρίζει στο κορμί και ο Λεμμινκάινεν σαλεύει και ανοίγει τα μάτια. Μόλις έχει γυρίσει από τον κάτω κόσμο.
Ο πεισματάρης νέος, μόλις συνέρχεται, θέλει ακόμα να τελειώσει τον άθλο με τον κύκνο. Τελικά, η μάνα τον καταφέρνει να αφήσει την κόρη της Πόχγιολα και να πάρουν μαζί τον δρόμο για το σπίτι.
Έτσι, η ζωή θριαμβεύει επί του θανάτου, μας χωρίς το ενδιαφέρον και την έννοια της μάνας, τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα είχε συμβεί.
Το ίδιο μοτίβο συναντιέται και πέρα από τον Βορρά. Στην αρχαία Αίγυπτο η Ίσιδα συγκέντρωνε τα διασκορπισμένα μέλη του Όσιρι για να τον ξαναζωντανέψει, και η εικόνα της γυναίκας που συναρμολογεί κομμάτι- κομμάτι τον νεκρό δικό της ταξιδεύει από μυθολογία σε μυθολογία. Ένας Έλληνας αναγνώστης θα θυμηθεί και τον Ορφέα, που κατεβαίνει στον Άδη για να πάρει πίσω την Ευρυδίκη, τη σύζυγό του. Με μια διαφορά. Ο Ορφέας γυρίζει με άδεια χέρια, ενώ η μάνα του Λεμμινκάινεν τα καταφέρνει. Στο ίδιο κλίμα κινείται και ο μύθος του Διόνυσου Ζαγρέα, που οι Τιτάνες τον κατασπαράζουν βρέφος και ύστερα ανασταίνεται. Εδώ σώζεται μόνο η καρδιά του, που γίνεται ο σπόρος για μια δεύτερη γέννα από τη Σεμέλη, κάτι που συνιστά παραλλαγή του ίδιου μοτίβου, με το δικό της ιδιότυπο χαρακτήρα.
Η φινλανδική εκδοχή κρατάει το δικό της χρώμα. Η αφήγηση με τη τσουγκράνα και την ταυτόχρονη χρήση των μαγικών επωδών, εν είδει ξορκιών, είναι χαρακτηριστική εικόνα του μοτίβου που παρουσιάζει η Καλεβάλα, όπου με την τραγουδιστή απαγγελία διαφόρων λέξεων, μπορεί να επιτευχθεί σχεδόν το οτιδήποτε ενώ η μαγεία που υπάρχει διάχυτη σε όλα τα πλάσματα της φύσης, επιτρέπει ακόμη και την απευθείας επικοινωνία με τους θεούς.
Και κάπου εδώ τελείωσε και το σημερινό άρθρο.
Για πείτε μου όμως…..
Θα θέλατε περισσότερες ιστορίες από την Καλεβάλα;