Γεια σας και πάλι φίλοι μου, μέσα από την φιλόξενη γωνιά του Άτλαντα του Φανταστικού. Σήμερα, επ’ ευκαιρία του σημερινού άρθρου, θα ήθελα να αναδείξω έναν Έλληνα επιστήμονα, ο οποίος το μακρινό 1989, «τόλμησε» και έγραψε ένα επιστημονικό άρθρο για το πασίγνωστο σε όσους με διαβάζετε, βασικό επικό κείμενο των Σκανδιναβικών λαών, ήτοι την Ποιητική Έδδα.
Πρόκειται για τον Καθηγητή Απόστολο Αθανασάκη[1].
Δυστυχώς ο κ. Αθανασάκης δεν είναι πλέον εν ζωή, καθώς έφυγε για το αιώνιο ταξίδι πλήρης ημερών τον Οκτώβριο του 2025, κάτι το οποίο το πληροφορήθηκα πρόσφατα. Το σημερινό άρθρο, είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.
Ο Αθανασάκης, διαπιστώνει και αυτός εν έτει 1989, ότι παρ’ όλο που η Έδδα είναι ό,τι τα ομηρικά έπη για την ελληνική παράδοση, στην Ελλάδα τυγχάνει παντελώς άγνωστη.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η κατάσταση έχει αλλάξει ελάχιστα.
Σε σχετικό επιστημονικό του άρθρο αναφέρεται στα συγκεκριμένα ποιήματα της Ποιητικής Έδδας, φτάνοντας μάλιστα να προτείνει και δείγμα-πρότυπο μεταφραστικού «μπούσουλα», κατά βάση σε νεοελληνικό δεκαπεντασύλλαβο, δηλαδή στον πολιτικό στίχο της δημοτικής/επικής παράδοσης, με χαλαρότητα και ορισμένες αποκλίσεις. Η πρότασή του είναι λογοτεχνικά φιλόδοξη και δεν στερείται λογικής, καθώς ο πολιτικός στίχος και η δημοτική επική παράδοση είναι οικεία στον Έλληνα αναγνώστη και ο ρυθμός τους δεν απέχει και πολύ από αυτό που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ελληνικό ανάλογο. Το πρόβλημα είναι ότι η Έδδα δεν κυλά με αυτό το ρυθμό. Το ύφος της είναι κοφτό, πυκνό, γνωμικό και συχνά αινιγματικό. Η παλαιονορβηγική ποιητική φράση στηρίζεται στη σύντομη ημιστιχιακή δομή, στους ισχυρούς τόνους, στην παρήχηση και στις συμπυκνωμένες μεταφορικές εκφράσεις που ονομάζονται kenningar.
Εν έτει 2026, η ελληνική βιβλιογραφία γύρω από τον παλαιονορβηγικό και σκανδιναβικό μεσαιωνικό κόσμο παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, αν και τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται οι πρώτες πιο συστηματικές προσπάθειες. Σε αυτές μπορούν να ενταχθούν τόσο η μετάφραση του Hávamál από τον Χρίστο Κουτσοτάσιο, όσο και τα δικά μου, ήτοι οι Θρύλοι του Βορρά: Η σκανδιναβική Έντα σε πεζό λόγο και το Σκανδιναβικό Λεξικό: Ο κόσμος και η μυθολογία των Βίκινγκς. Τη δική μου ενασχόληση με τη Σκανδιναβική Μυθολογία τη γνωρίζετε, για τον Χρίστο έχω απλά να προσθέσω ότι το Hávamál αποτελεί το δεύτερο ποίημα της μυθολογικής ενότητας του Codex Regius και η έκδοσή του το 2025 από τις εκδόσεις Ζήτρος ήταν μια πολύ ευπρόσδεκτη κίνηση.
Και εδώ τίθεται το ερώτημα: για ποιο λόγο δεν έχει τύχει του ανάλογου ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος η συγκεκριμένη κατεύθυνση; Στη χώρα μας, αν μη τι άλλο, παρέχει ευρείες δυνατότητες για μελέτες διαφορετικών πολιτισμών και γραμμάτων. Υπάρχουν, λόγου χάρη, κατευθύνσεις τουρκικών σπουδών, εβραϊκών σπουδών, ισλαμικών σπουδών, κ.ο.κ. Γιατί όχι και Σκανδιναβικών;
Η απάντηση μπορεί εν μέρει να οφείλεται στο γεγονός ότι έχει μονοπωλήσει επιστημονικά η εποχή του Βυζαντίου, ή ορθότερα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, λόγω της εγγενούς μας σχέσης ως κράτος με την κουλτούρα και τα έθιμά της, ενώ υποστηρίζεται με βάσιμα στοιχεία ότι η Ελλάς αποτελεί την πολιτισμική συνέχειά της. Ομοίως, για συναφείς λόγους, ήτοι την πολιτισμική συνάφεια αλλά και την αναγκαστική πολλές φορές συμβίωση με άλλους λαούς, ιδρύθηκαν και τα αντίστοιχα τμήματα σπουδών.
Μπορεί επίσης να οφείλεται στο γεγονός ότι η άμεση επίδραση της συγκεκριμένης μυθολογίας, λαογραφίας και γλώσσας στον ελληνικό πολιτισμικό ορίζοντα υπήρξε περιορισμένη και έμμεση. Βεβαίως, επαφές υπήρξαν, κυρίως μέσω των Βαράγγων στο Βυζάντιο, αλλά δεν αφήνουν ίχνη στη λόγια μας παράδοση. Έτσι η όποια επαφή περιορίστηκε σε σποραδικές «αναγνωριστικές» προσπάθειες και ποτέ δεν εξελίχθηκε σε συστηματικό διάλογο.
Το ζήτημα όμως δεν περιορίζεται στο αν έχουμε ή δεν έχουμε ελληνικές μεταφράσεις. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι ο σκανδιναβικός μεσαιωνικός κόσμος δεν έχει ακόμη ενταχθεί ουσιαστικά στον ελληνικό φιλολογικό και ιστορικό ορίζοντα. Η Ποιητική Έδδα, οι σάγκες, οι νομικές παραδόσεις της Ισλανδίας, η παλαιονορβηγική γλώσσα και η πρόσληψη αυτών των κειμένων στη νεότερη λογοτεχνία δεν αποτελούν απλώς υλικό για φίλους της μυθολογίας. Είναι πεδίο κανονικής επιστημονικής εργασίας: φιλολογίας, συγκριτικής μυθολογίας, μεσαιωνικής ιστορίας, ιστορίας των θρησκειών, λαογραφίας, γλωσσολογίας και μεταφρασεολογίας.
Σε ΗΠΑ, Γερμανία, Βρετανία και άλλες χώρες υπάρχει οργανωμένη πανεπιστημιακή παράδοση Σκανδιναβικών ή Βόρειων Σπουδών, που παράγει σοβαρό διεπιστημονικό έργο. Και αξίζει να αναλογιστεί κανείς ότι τα κείμενα αυτά σώθηκαν σε χριστιανικό χειρογραφικό περιβάλλον, αν και αντλούν από παλαιότερη προφορική και μυθολογική παράδοση. Πριν από την ευρεία χρήση της λατινικής γραφής για χειρόγραφα, η γραπτή παράδοση στηριζόταν κυρίως σε ρουνικές επιγραφές, με πρακτικές, μνημειακές και κατά περίπτωση τελετουργικές χρήσεις. Αυτό από μόνο του κάνει την προσπάθεια ανακατασκευής των τρόπων και των αντιλήψεών τους ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, αρχαιολογικά, γλωσσολογικά και κοινωνιολογικά.
Εδώ, αντίθετα, ο ενδιαφερόμενος αναγκάζεται συχνά να κινηθεί μόνος του. Να μάθει γλώσσες χωρίς θεσμική στήριξη, να ψάξει εκδόσεις στο εξωτερικό, να συγκρίνει μεταφράσεις, να ξεχωρίσει την πηγή από τη νεότερη παραποίηση και να εξηγεί κάθε φορά γιατί αυτό το υλικό αξίζει σοβαρή προσοχή. Δεν υπάρχει, στον ίδιο βαθμό, αυτοτελής και θεσμικά αναγνωρίσιμη παράδοση Σκανδιναβικών Σπουδών που να στηρίζει αυτή την κατεύθυνση.
Όποιος ασχοληθεί λίγο παραπάνω με τη συγκεκριμένη κουλτούρα, θα αντιληφθεί αμέσως ότι οι Βόρειοι Λαοί δεν ήταν οι βάρβαροι που πολύ βολικά μας παρουσιάζουν στις ταινίες. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι πέραν από δεινοί θαλασσοπόροι, είχαν εφαρμόσει και ένα πολύ ενδιαφέρον δικαστικό σύστημα, ειδικά το ισλανδικό, το οποίο λειτουργούσε χωρίς βασιλιά και παρουσίαζε ιδιότυπη κατανομή πολιτικών, δικαστικών και εκτελεστικών λειτουργιών, πολύ πριν από τη νεότερη θεωρητική διατύπωση της διάκρισης των εξουσιών από τον Μοντεσκιέ. Ομοίως, οι σάγκες και οι νομικές παραδόσεις δείχνουν ότι η διάλυση γάμου μπορούσε να κινηθεί και από γυναίκα, σε ορισμένες περιστάσεις, ακόμη και για παραβίαση έμφυλων ενδυματολογικών κανόνων, όπως καταγράφεται χαρακτηριστικά στη Laxdæla saga.
Όλα αυτά, και πολλά άλλα, καταρρίπτουν τον βολικό μύθο περί «απολίτιστων βαρβάρων» και αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς τις δυσκολίες προσέγγισης της κουλτούρας τους.
Γι’ αυτό και η αναφορά στον Αθανασάκη λειτουργεί περισσότερο ως υπενθύμιση μιας εκκρεμότητας. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά το άρθρο του, η Ποιητική Έδδα φαίνεται να έχει περάσει στο ευρύτερο κοινό περισσότερο μέσω νεότερων προσλήψεων, όπως η λογοτεχνία φαντασίας, ο Tolkien, οι σειρές και τα παιχνίδια, παρά μέσα από τις ίδιες τις πηγές της. Και αυτό, νομίζω, δείχνει πόσο αναγκαία είναι μια σοβαρή γέφυρα ανάμεσα στη δημόσια αγάπη για τον Βορρά και στην ακριβή, υπεύθυνη μελέτη των κειμένων του.
Θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος τομέας έχει τεράστιο επιστημονικό και όχι μόνον ενδιαφέρον, και για το λόγο αυτό, τόσο μέσα από την παρούσα στήλη όσο και γενικότερα με την παρουσία μου ως συγγραφέας, θα συνεχίσω να σας τροφοδοτώ τόσο με εκλαϊκευμένη επιστήμη όσο και με σοβαρότερα και «βαρύτερα» θέματα, μέχρι να με βαρεθείτε.
Σας ευχαριστώ
[1] Ο Απόστολος Ν. Αθανασάκης υπήρξε Έλληνας κλασικός φιλόλογος, καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο University of California, Santa Barbara, όπου δίδαξε από το 1968 έως τη συνταξιοδότησή του το 2011. Γεννημένος στο Αστροχώρι της Ηπείρου, σπούδασε στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Lincoln University και στο University of Pennsylvania, και έγινε γνωστός κυρίως για τις αγγλικές μεταφράσεις του Ησιόδου, των Ομηρικών Ύμνων και των Ορφικών Ύμνων. Παρά την κύρια ειδίκευσή του στην αρχαία ελληνική επική και αρχαϊκή ποίηση, ανέπτυξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ισλανδία, την παλαιονορβηγική παράδοση και την ιστορική γλωσσολογία. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2025, σε ηλικία 87 ετών.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Abram, Christopher. Myths of the Pagan North: The Gods of the Norsemen. London: Continuum, 2011.
Αθανασάκης, Απόστολος. «Προσχέδιο για τη μετάφραση της Edda στα ελληνικά;» Αριάδνη 5 (1990): 197-205. https://doi.org/10.26248/ariadne.v5i0.1092.
Ανδριαννός, Πολυδεύκης. Θρύλοι του Βορρά: Η σκανδιναβική Έντα σε πεζό λόγο. Θεσσαλονίκη: Black Griffin Books, 2026. ISBN 978-618-87702-6-3.
Ανδριαννός, Πολυδεύκης. Σκανδιναβικό Λεξικό: Ο κόσμος και η μυθολογία των Βίκινγκς. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος, 2025. ISBN 978-960-649-222-8.
Barnes, Michael P. Runes: A Handbook. Woodbridge: Boydell Press, 2012.
Byock, Jesse L. Viking Age Iceland. London: Penguin Books, 2001.
Clunies Ross, Margaret. A History of Old Norse Poetry and Poetics. Cambridge: D. S. Brewer, 2005.
Clover, Carol J. “Regardless of Sex: Men, Women, and Power in Early Northern Europe.” Speculum 68, no. 2 (1993): 363-387.
Dronke, Ursula, ed. and trans. The Poetic Edda. Volume II: Mythological Poems. Oxford: Clarendon Press, 1997.
Jochens, Jenny. Women in Old Norse Society. Ithaca: Cornell University Press, 1995.
Κουτσοτάσιος, Χρίστος, εισαγ., μτφρ. και σχόλια. Χαβαμάλ: Τα λόγια του Υψηλού. Το ποίημα της σοφίας των Βίκινγκς. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος, 2025. ISBN 978-960-649-190-0.
Larrington, Carolyne, trans. The Poetic Edda. Revised edition. Oxford: Oxford University Press, 2014.
Lindow, John. Norse Mythology: A Guide to Gods, Heroes, Rituals, and Beliefs. Oxford: Oxford University Press, 2001.
Miller, William Ian. Bloodtaking and Peacemaking: Feud, Law, and Society in Saga Iceland. Chicago: University of Chicago Press, 1990.
Orchard, Andy, trans. The Elder Edda: A Book of Viking Lore. London: Penguin Classics, 2011.
Pettit, Edward, ed. and trans. The Poetic Edda: A Dual-Language Edition. Cambridge: Open Book Publishers, 2023.
Simek, Rudolf. Dictionary of Northern Mythology. Translated by Angela Hall. Cambridge: D. S. Brewer, 1993.
Snorri Sturluson. Edda. Translated and edited by Anthony Faulkes. London: Everyman, 1987.
Snorri Sturluson. The Prose Edda. Translated by Jesse L. Byock. London: Penguin Classics, 2005.
Spurkland, Terje. Norwegian Runes and Runic Inscriptions. Woodbridge: Boydell Press, 2005.
Vésteinn Ólason. Dialogues with the Viking Age: Narration and Representation in the Sagas of Icelanders. Reykjavík: Heimskringla, 1998. Wawn, Andrew. The Vikings and the Victorians: Inventing the Old North in Nineteenth-Century Britain. Cambridge: D. S. Brewer, 2000