Όποιος βυθίζεται για πρώτη φορά στην παλαιοσκανδιναβική ποίηση, αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως ότι η ποίηση αυτή χωρίζεται σε δύο είδη. Αυτά δεν είναι άλλα από το εδδικό και το σκαλδικό είδος. Το πρώτο είναι ελαφρώς πιο ελεύθερο ενώ το δεύτερο ολίγον τι αυστηρότερο. Η συγκεκριμένη διατύπωση είναι μεν βολική, αλλά εν μέρει αδικεί και τα συγκεκριμένα υποείδη.
Όταν μιλάμε για εδδική ποίηση, τα τρία ποιήματα που έρχονται πρώτα στο μυαλό όταν είναι το η Völuspá, το Hávamál και το Grímnismál, τα οποία δεν μοιράζονται καν το ίδιο μέτρο. Η Völuspá συντίθεται σε fornyrðislag, το αφηγηματικό μέτρο της παράδοσης. Τα Hávamál και τα Grímnismál κινούνται κατά βάσιν στο ljóðaháttr, όπου ύστερα από το κανονικό δίστιχο ακολουθεί ένας μονός στίχος, βαρύτερος και αυτοτελής, ο οποίος κλείνει τη στροφή και κρατά δική του παρήχηση.
Ο χαρακτηρισμός «ελεύθερη μορφή» είναι ελαφρώς παραπλανητικός. Το fornyrðislag ορίζει δύο άρσεις και τέσσερις μετρικές θέσεις σε κάθε ημιστίχιο και δεσμεύει απολύτως τον ποιητή ως προς την παρήχηση, αφήνοντάς του λίγους μόνο τύπους κατάληξης. Η ελευθερία που παραχωρεί αφορά τον ακριβή αριθμό των συλλαβών ενώ στο συγκεκριμένο σύστημα, δεν υφίσταται τελική ομοιοκαταληξία.
Ορίζοντας το τι συνιστά παρήχηση, θα πρέπει να είμαστε ακριβείς, διότι ο κανόνας δεν αρκείται σε μια γενική ηχητική συγγένεια. Απαιτεί ταυτότητα του αρχικού συμφώνου στην τονισμένη συλλαβή. Τα συμπλέγματα sk, sp και st παρηχούν μόνο με τον εαυτό τους, ενώ όλα τα φωνήεντα παρηχούν μεταξύ τους.
Για παράδειγμα, στην αρχή του Völuspá, όταν η Βόλβα (μάγισσα) ζητά ακρόαση βλέπουμε τον κάτωθι στίχο:
Hljóðs bið ek allar helgar kindir
(Ακρόαση ζητώ από τις ιερές φυλές,
από τους γιους του Χάιμνταλ, άσημους και τρανούς – η μετάφραση δική μας)
Ο φθόγγος πιάνεται στο Hljóðs και ξαναπιάνεται στο helgar, και η θέση του στον δεύτερο στίχο υπακούει σε συγκεκριμένο κανόνα, καθώς ο κύριος παρηχητικός φθόγγος, ο höfuðstafr, καταλαμβάνει υποχρεωτικά την πρώτη άρση του ζυγού στίχου. Το h συγκρατεί το δίστιχο όπως ο αρμός συγκρατεί δύο δοκάρια.
Με αυτή τη τεχνοτροπία, προκύπτει κέρδος στον ρυθμό της αφήγησης, καθώς η βασική γλωσσική περίοδος παραμένει διαυγής ενώ ο ακροατής παρακολουθεί τον διάλογο ή τη μυθολογική εικόνα χωρίς να στήνει εκ νέου κάθε φορά την σύνταξη.
Όσον αφορά την σκαλδική ποίηση, εκεί παρατηρούνται άλλες τεχνικές. Κατά τη χρήση του dróttkvætt, που σημαίνει το μέτρο της αυλής, ο στίχος έχει έξι συλλαβές και τρεις άρσεις, και κλείνει πάντοτε τροχαϊκά. Πάνω σε αυτόν τον σκελετό, ο σκάλδος οφείλει να χτίσει την παρήχηση και μια δεύτερη δέσμευση – την εσωτερική ομοιοκαταληξία – η οποία μάλιστα αλλάζει μορφή από στίχο σε στίχο. Στους μονούς στίχους, αρκεί να υπάρχει και μερική ομοιοκαταληξία, ήτοι να συμπίπτουν τα σύμφωνα ενώ το φωνήεν να διαφέρει. Στους ζυγούς στίχους από την άλλη, απαιτείται πλήρης ομοιοκαταληξία.
Στο επίμαχο ποιητικό υπο-είδος, αυτό που πρέπει να υποχωρήσει – γιατί κάτι πρέπει να υποχωρήσει για να χωρέσουν τόσοι κανόνες – είναι η σύνταξη. Λέξεις που πάνε γραμματικά μαζί βρίσκονται σε διαφορετικούς στίχους, και ανάμεσά τους παρεμβάλλεται μια ολόκληρη άλλη φράση.
Σε όλα αυτά, προστίθενται και τα περίφημα kenningar, δηλαδή οι ποιητικές περιφράσεις που ονομάζουν το πράγμα με πλάγιο τρόπο, περιφραστικά δηλαδή (με περισσότερες λέξεις). Η θάλασσα γίνεται «το σπίτι της φάλαινας», ο χρυσός «φωτιά του Ρήνου» ή «τα δάκρυα της Φρέγια». Βέβαια, όταν έχουμε ένα kenning, πολλές φορές για να αντιληφθεί ο αναγνώστης το πλήρες νόημά του, θα πρέπει να γνωρίζει και το περιεχόμενο του μύθου (π.χ. ο Φονιάς του Πατέρα των Θεών είναι ο Λύκος Φένριρ). Ο όρος kenning δεν ανήκει αποκλειστικά στους σκάλδους, διότι περιφράσεις απαντώνται και στην εδδική ποίηση, απλούστερες όμως και σε πιο αραιή συχνότητα. Η διαφορά βρίσκεται στην πυκνότητα και στον βαθμό σύνθεσης.
Σε ποιο σημείο φτάνει όμως αυτή η πυκνότητα;
Σε αυτή την ερώτηση απαντά ένα μισό δίστιχο (ημι-δίστιχο) του Ισλανδού Markús Skeggjason, που παραθέτει ο Σνόρρι στο Skáldskaparmál:
«Fjarðlinna óð fannir fast vetrliði rastar; hljóp of húna gnípur hvalranns íugtanni».
Κατά λέξη δηλαδή, η χειμωνιάτικη αρκούδα του ρεύματος διέσχισε σταθερά τις χιονοστιβάδες του φιδιού του φιόρδ, και η αρκούδα του σπιτιού της φάλαινας πήδησε πάνω από τις κορφές των καταρτιών.
Τέσσερις περιφράσεις σε τέσσερις στίχους! Εδώ το νόημα είναι ότι ένα καράβι (χειμωνιάτικη αρκούδα του ρεύματος) πέρασε μέσα από φουρτούνα (χιονοστιβάδες του φιορδ).
Ο αναγνώστης πρέπει πρώτα να αποκαταστήσει ποια λέξη πάει με ποια, και ύστερα να λύσει τους γρίφους έναν προς έναν.
Αρκετά ενδιαφέρον, δεν νομίζετε;
Ως εδώ μιλάμε για τη μορφή, η οποία εξηγείται από τη χρήση, δηλαδή ποιο σκοπό εξυπρετούσε κάθε ποίημα και πώς έφτασε σε εμάς. Η εδδική ποίηση παραδίδεται ανώνυμη και αντλεί το υλικό της από τους θεούς και τους ήρωες. Είναι δε συγκεντρωμένη σχεδόν ολόκληρη σε ένα χειρόγραφο, τον Codex Regius. Ο σκάλδος από την άλλη μεριά, υπογράφει επώνυμα το ποίημά του και το απευθύνει σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Συνθέτει για την την εκάστοτε περίσταση, για ζώντες άρχοντες και για γεγονότα της εποχής του, ενώ κατά βάσιν τα σκαλδικά ποιήματα διασώζονται αποσπασματικά, ως παράθεμα μέσα σε πεζές σάγκες.
Εκεί βρίσκεται και η εξήγηση της αυστηρότητας. Στίχος ο οποίος χρειάζεται να μετράει κάθε συλλαβή και δένει ηχητικά με τον επόμενο, αντέχει στη φθορά της προφορικής μεταβίβασης, διότι η λέξη που θα άλλαζε κάποιος θα χαλούσε την ομοιοκαταληξία και έτσι η αλλοίωση θα ήταν εμφανής. θα πρόδιδε την αλλοίωση. Ως εκ τούτου, το μέτρο εγγυάται την ακεραιότητα του κειμένου, και μαζί με το κείμενο διασώζεται και το όνομα του ποιητή. Ο άρχοντας στον οποίο απευθύνονταν το ποίημα αντάμειβε με χρυσό τον γρίφο και ο σκάλδος τον προόριζε για την επόμενη γενιά.
Απομένει μια παρατήρηση που τη χρωστάμε στην ίδια τη φιλολογία.
Η διχοτόμηση που γίνεται μεταξύ εδδικής και σκαλδικής ποίησης, είναι απόρροια της νεότερης έρευνας. Οι Ισλανδοί ποιητές του μεσαίωνα δεν οργάνωναν έτσι το υλικό τους, και τα όρια αποδεικνύονται διαπερατά όπου και αν τα δοκιμάσουμε. Το Ynglingatal λειτουργεί ως σκαλδικό εγκώμιο γένους, γραμμένο όμως σε μέτρο συγγενικό του fornyrðislag, ενώ τα Eiríksmál και τα Hákonarmál εγκωμιάζουν βασιλείς σε εδδικό ύφος.
Το πιο σαφές παράδειγμα, το έχω αυτόν τον καιρό ανοιχτό μπροστά μου, καθώς εργάζομαι εντατικά σε αυτό για να σας παραδώσω το φθινόπωρο θέλω να πιστεύω ένα χορταστικό μεσαιωνικό «σφηνάκι». Μιλάω ασφαλώς για το Darraðarljóð, το τραγούδι που υφαίνουν οι Βαλκυρίες στο 157ο κεφάλαιο της Σάγκας του Νίαλ, το οποίο παραδίδεται μέσα σε πεζό κείμενο σάγκας όπως κάθε σκαλδικό ποίημα και παραδόξως, συντίθεται σε fornyrðislag όπως κάθε εδδικό.
Μείνετε συντονισμένοι λοιπόν, γιατί έρχονται πολλά και ωραία πράγματα!