Φτάνουμε σιγά-σιγά στο τέλος της πρώτης πλευράς (μην ξεχνάτε πως μου αρέσει να ακούω
μουσική από βινύλια!) και όπως με τα πραγματικά πολύ μεγάλα συγκροτήματα των ‘80’s,
ήρθε η ώρα να εξαπολύσουμε τους πραγματικούς δυναμίτες. Μετά την προηγούμενη
περιπέτειά μας στον κόσμο του Robert Howard και τη Βασίλισσα της Μαύρης Ακτής, η
συνέχεια είναι μάλλον προφανής. Όσοι φωνάξατε Conan θα είχατε δίκιο, αλλά δε μου
αρέσει να είμαι τόσο προβλέψιμος.
O Esau Cairn (ο πρωταγωνιστής των περιπετειών στον πλανήτη ή διάσταση, αν προτιμάτε,
Almuric) είναι μάλλον ο αγαπημένος μου λογοτεχνικός χαρακτήρας! Είχα το βιβλίο
(εκδόσεις Ωρόρα, μετάφραση Γιώργος Μπαλάνος) για πολλά χρόνια στα αδιάβαστα και
χωρίς ιδιαίτερο λόγο το προσπερνούσα, αλλά από τη στιγμή που το πρωτοδιάβασα,
επιστρέφω σ’ αυτό σχεδόν κάθε χρόνο. Οι τρεις συνεχόμενες, στην ουσία, ιστορίες,
διαβάζονται μονοκόμματα και, σχεδόν κάθε φορά που λέω να θυμηθώ μια-δυο ατάκες από
το βιβλίο, καταλήγω να το διαβάζω από την αρχή μέχρι το τέλος.
Αξίζει να θυμηθούμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν οι εκδόσεις «Ωρόρα» για τη γενιά μας,
ειδικά μέσα από εκείνα τα χαρακτηριστικά, μικρού μεγέθους χαρτόδετα βιβλιαράκια που
στριμώχναμε στα ράφια μας ή κουβαλούσαμε παντού. Με τις εξαιρετικές, συχνά
μυσταγωγικές μεταφράσεις του Γιώργου Μπαλάνου και του Θωμά Μαστακούρη, η
«Ωρόρα» λειτούργησε ως η δική μας μυστική πύλη σε κόσμους φαντασίας, τρόμου και
επιστημονικής φαντασίας που διαφορετικά θα παρέμεναν απροσπέλαστοι. Το Almuric, με
τα χαρακτηριστικά του εξώφυλλά (δύο διαφορετικές εκδόσεις της ίδιας μετάφρασης), ήταν
από εκείνα τα βιβλία που, μόλις τα έπιανες στα χέρια σου, μύριζαν περιπέτεια και μαγεία,
κάνοντας τη δική μας γκρίζα πραγματικότητα να μοιάζει μακρινή. Σκεφτείτε πως ακόμη και
σήμερα αποτελούν τη μοναδική μεταφορά των επικών ιστοριών του Esau Cairn (όπως και
πολλών άλλων ηρώων) στα ελληνικά.
Οι τρεις ιστορίες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Howard,
το 1939 στο περιοδικό Weird Tales (πού αλλού;) και θυμίζουν αρκετά μια άλλη υπέροχη
ιστορία της εποχής, το “A Princess of the Mars” του Edgar Rice Burroughs. Αλλά γι’ αυτόν
και τον ήρωά του John Carter πιθανότατα θα μιλήσουμε σε μελλοντικό άρθρο.
Επιστρέφουμε στον σκληροτράχηλο πυγμάχο Esau Cairn, που η βαρβαρική του καρδιά και
φύση φαντάζει παράταιρη με τον σύγχρονο κόσμο. Ο Conan μπορεί να κουβαλάει τον
τίτλο(The Barbarian), ο Esau Cairn όμως κερδίζει σε όλη τη χάρη και την ωμή ενέργεια.
Αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή ο Cairn δεν είναι προϊόν ενός μυθικού, προϊστορικού
παρελθόντος όπως ο Κιμμέριος, αλλά ένας γνήσιος άνθρωπος του 20 ου αιώνα. Είναι ένας
σύγχρονος, αστός πυγμάχος που φέρει μέσα του όλη την ασφυξία, τη συσσωρευμένη οργή
και το αδιέξοδο του δικού μας πολιτισμού. Όταν ο Conan έρχεται αντιμέτωπος με τη
διαφθορά, κινείται σαν ξένος σε έναν κόσμο που απλώς δεν καταλαβαίνει. Ο Cairn,
αντίθετα, γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει τσιμέντο, νόμοι, γραφειοκρατία και υποκριτική
ηθική, γι’ αυτό και η έκρηξή του είναι διπλά λυτρωτική. Όταν εγκαταλείπει τη Γη για να
περάσει μέσα από την πύλη στον Almuric, δεν κάνει απλώς μια τυπική φυγή, αλλά
αποτινάσσει μια ολόκληρη φυλακή. Γι’ αυτό και η “βαρβαρότητά” του εκεί μοιάζει
περισσότερο με μια λυτρωτική επιστροφή στην αλήθεια παρά με άγρια καταστροφή.
Δε χάνει χρόνο. Στις πρώτες σελίδες ήδη, η ασυμβίβαστη, βάρβαρη φύση του εκδηλώνεται
όταν, με μία μόνο αποφασιστική γροθιά, αφαιρεί τη ζωή ενός διεφθαρμένου πολιτικού που
προκαλεί την οργή του. Αυτό κι αν είναι αρχή! Ζητάει βοήθεια από έναν επιστήμονα και
αυτός του δίνει τη δυνατότητα να δραπετεύσει μέσω μιας πύλης στον πλανήτη Almuric.
Μόνο που αυτός ο πλανήτης είναι ό,τι πιο επικίνδυνο και πρωτόγονο μπορούσε να
φανταστεί κανείς. Εκεί καταφέρνει να επιβιώσει στη φύση ανάμεσα σε φονικά πλάσματα,
δυνατές φυλές ανθρώπων, μέχρι και ιπτάμενους δαίμονες.
Ο Howard χρησιμοποιεί τον πλανήτη Almuric όχι απλώς ως ένα εξωτικό σκηνικό
επιστημονικής φαντασίας, αλλά ως έναν καθρέφτη για να δοκιμάσει τα όρια της
ανθρώπινης φύσης όταν αφαιρεθούν οι νόμοι και οι κανόνες της κοινωνίας. Είναι ένα
μοτίβο που αγαπάω στη γραφή του, καθώς ο Cairn μου θυμίζει τον μέσο επαναστάτη του
σήμερα. Έναν άνθρωπο του οποίου η ακατέργαστη, βάρβαρη φύση αδυνατεί να χωρέσει
στα στενά και υποκριτικά όρια του σύγχρονου πολιτισμού. Η εξορία του στον άγριο
πλανήτη Almuric δεν αποτελεί απλώς μια τυπική φυγή από τη Γη, αλλά μια αναγκαία
επιστροφή σε ένα άγριο περιβάλλον όπου η ψυχή του βρίσκει επιτέλους τον φυσικό της
χώρο. Αυτή η αίσθηση της ασφυξίας στον δικό μας κόσμο και η λυτρωτική αναζήτηση μιας
άλλης, αλύγιστης διάστασης είναι που κάνει τον ήρωα -και τους στίχους των Battleroar
όπως θα δούμε- να αντηχούν τόσο δυνατά μέσα σε κάθε ανήσυχη, ελεύθερη καρδιά.
Θα μπορούσα να μιλάω για τις τρεις ιστορίες αναφέροντας κάθε λεπτομέρεια, για να σας
πείσω ότι ο Cairn αξίζει να εκθρονίσει από τον βαρβαρικό θρόνο τον Conan, τουλάχιστον
για εμένα, αλλά δεν έχει σημασία. Θα σας πω μονάχα πως πολλές από τις ιστορίες, που
αργότερα μεταφέρθηκαν σε comic στα ένδοξα χρόνια της Marvel, με πρωταγωνιστή τον
αγαπημένο μας Κιμμέριο ήρωα, βασίζονται σε αυτό εδώ το βιβλίο, που εκδόθηκε σαν
ενιαία ιστορία για πρώτη φορά το 1964 από την Ace Books. Οι πιο βάρβαρες εκδοχές του
Conan έχουν σαν πρότυπο αυτόν τον πυγμάχο από τη σύγχρονη εποχή!
Ας δούμε όμως τι έχουν να πουν γι’ αυτό οι Battleroar. Το 2003 οι Αθηναίοι epic metallers
έκαναν το ντεμπούτο τους με το ομώνυμο άλμπουμ τους. Κάθε τραγούδι είναι ένας epic
ύμνος και ακόμη και σήμερα παραμένει ο αγαπημένος μου δίσκος τους. Ο Marco
Concoreggi (φωνητικά και ο μοναδικός μη Έλληνας στο group) και η ιδιαίτερη φωνή του
έκαναν αίσθηση στην τοπική σκηνή. Όποτε μιλάω μαζί του καταλαβαίνω πως μοιραζόμαστε
την ίδια αγάπη για την επική μουσική, αλλά και λογοτεχνία. Πίσω από αυτή την ηχητική
λαίλαπα βρίσκεται η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, σύνθεση του συγκροτήματος: οι
Μανώλης Καραζέρης και Κώστας Τζώρτζης στις κιθάρες, ο Νίκος Παπαδόπουλος στα ντραμς
και ο Κώστας Μακρυκώστας στο μπάσο, πλαισιώνουν ιδανικά τη φωνή του Marco. Οι
Manilla Road, οι Omen, οι Warlord και άλλοι μεγάλοι epic ήρωες στέκονται περήφανοι
βλέποντας τα πνευματικά τους παιδιά να μεγαλουργούν.
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά το εξώφυλλο και τη συνολική αισθητική του ντεμπούτου των
Battleroar, καταλαβαίνει πως η σύνδεση δεν είναι καθόλου τυχαία. Εκείνα τα τραχιά,
underground επικά εξώφυλλα των πρώτων ‘00s κυκλοφοριών λειτουργούν ακριβώς όπως
τα παλιά, pulp εξώφυλλα του Weird Tales: υπόσχονται αίμα, ιδρώτα, σπαθιά και
αρχέγονους κόσμους. Το μουσικό και εικαστικό σύμπαν των Battleroar μοιάζει να ξεπήδησε
απευθείας από τις ίδιες κιτρινισμένες σελίδες, δίνοντας σάρκα, οστά και κοφτερά riffs σε
έναν κόσμο που είχε ξεχάσει τι σημαίνει ανόθευτη, βάρβαρη επική μουσική.
Κάπου εκεί στο πέμπτο τραγούδι (είδατε; Τίποτα δεν είναι τυχαίο!) που έχει διάρκεια
λιγότερο από 4 λεπτά, αποφάσισαν πως αρκετά είχαν μιλήσει για σπαθιά, τσεκούρια και…
πολιτισμένους, μαλθακούς ήρωες! Είχε έρθει η ώρα να μιλήσουν για πραγματική
βαρβαρότητα…
«Born in a wrong age
In another dimension
In a planet of weakness
In my own desolation…”
Μέσα σε μόλις λίγους στίχους, οι Battleroar μας βάζουν κατευθείαν στο ζουμί της ιστορίας.
Ο ήρωας νιώθει απομονωμένος από την ίδια την ανθρώπινη φυλή. Νιώθει πως γεννήθηκε
σε λάθος εποχή (αλήθεια, πόσοι από εμάς που διαβάζουμε επική φαντασία, δεν το έχουμε
νιώσει;) και είναι εγκλωβισμένος σε μια μοίρα καταραμένη. Κυνηγημένος από τους
συνανθρώπους του, δολοφόνος για τους ομοίους του, σχεδόν χωρίς μέλλον. Τα βαρβαρικά
ένστικτά του, ίδια με των άγριων θηρίων, δεν του επιτρέπουν να ζει σε αρμονία με την
εποχή μας.
«…Damned by my own fate
Hunted by my own race
Hiding from my destiny
An animal is crying inside me…»
Έτσι γίνεται ο
«Ironhand of Almuric»
Όπως μας αποκαλύπτει ο Marco. Δεν ξέρω αν ο ίδιος έγραψε τους στίχους, αλλά κάθε φορά
που ακούω το τραγούδι, ακριβώς επειδή μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο, με χτυπάνε μαζί με τις
εκπληκτικές κιθάρες στη βαρβαρική καρδιά μου. Με κάνουν να αναζητώ ένα πέρασμα σε
έναν άλλο κόσμο. Μια διέξοδο προς την εποχή των ηρώων και της απόλυτης ελευθερίας.
«…One day my destiny calls
To leave it all behind
To travel to a new world
On wings of death I ride…»
Δεν ξέρω αν είναι ιδέα μου, αλλά αυτός ο τελευταίος στίχος μου θυμίζει τους αγαπημένους
μου ManOwaR (όχι που δε θα κατάφερνα να τους στριμώξω κάπου!) περισσότερο από
οτιδήποτε. Κι αυτό μόνο καλό μπορεί να είναι. Οι κιθάρες λειτουργούν ως το απόλυτο
μουσικό αντίστοιχο της ακατέργαστης βίας και της αδυσώπητης δράσης που χαρακτηρίζουν
το αριστούργημα του Howard. Τα κοφτερά, καλπάζοντα riffs και τα επικά lead κινούνται
ακριβώς όπως ο Esau Cairn στον άγριο και αφιλόξενο πλανήτη Almuric: χωρίς δισταγμό, με
ορμή και διαρκή ένταση. Όπως ο ήρωας εγκαταλείπει τα στενά όρια της Γης για να
απελευθερώσει τα πρωτόγονα ένστικτά του απέναντι στους φτερωτούς δαίμονες και τις
εχθρικές φυλές, έτσι και οι κιθάρες του συγκροτήματος χτίζουν ένα τραχύ, ατσάλινο
ηχητικό τοπίο που μυρίζει ιδρώτα, σίδερο και μάχη, μεταφέροντας ατόφια την ατμόσφαιρα
του pulp έπους από τις σελίδες του Weird Tales κατευθείαν στον ενισχυτή.
«…To a world of my powers
A world full of rage
Where life means so little
Where death leads my way
Icon of barbaric fury and warlust
An ironhand raised to destroy
Warrior reborn from exile to command
Lead on your legions to conquest and to triumph.»
Αυτή η τελική παρότρυνση των στίχων (…να οδηγήσεις τις λεγεώνες σου στην κατάκτηση
και στον θρίαμβο) δεν είναι απλώς μια γενικόλογη επική έκφραση. Αποτυπώνει επακριβώς
την κορύφωση της ιστορίας του Howard. Στις σελίδες του βιβλίου, ο Esau Cairn δεν
περιορίζεται απλώς στο να επιβιώσει στην άγρια φύση, αλλά καταφέρνει να γίνει ο
αδιαφιλονίκητος ηγέτης και πολέμαρχος των αυτόχθονων φυλών. Είναι η στιγμή που ο
πρώην εξόριστος γήινος πυγμάχος συσπειρώνει τους συντρόφους του για να εξαπολύσουν
την τελική, σαρωτική επίθεση εναντίον των Yagas, των τρομακτικών, φτερωτών δαιμόνων
που λυμαίνονται τον πλανήτη από την οχυρωμένη ακρόπολή τους και σπέρνουν τον τρόμο.
Οι Battleroar μεταφέρουν ακριβώς αυτή την αίσθηση της ηγετικής αφύπνισης και της
ομαδικής επέλασης, κάνοντας το τραγούδι να ηχεί σαν το απόλυτο εμβατήριο πολεμικής
εκστρατείας.
Στις σελίδες του βιβλίου, η Γη παρουσιάζεται στενόμυαλη, υποκριτική και πνιγηρή (αν και
πέρασαν 100 σχεδόν χρόνια, πόσο σημερινή είναι αυτή η Γη;) οδηγώντας έναν άνθρωπο
του ατσαλιού όπως ο Esau Cairn σε μια αναγκαία, βίαιη εξορία. Αυτή ακριβώς η αίσθηση,
ότι ανήκεις αλλού, μετουσιώνεται υποδειγματικά από τους Battleroar σε μια επική,
σκοτεινή και ταυτόχρονα μεγαλειώδη ατμόσφαιρα. Η μουσική δεν είναι απλώς γρήγορη.
Είναι βαριά, πολεμική και αποπνέει την αίσθηση ενός αρχέγονου κόσμου όπου ο ισχυρός
επιβιώνει και η τιμή μετριέται με το σπαθί. Ακούγοντας το τραγούδι, η ατμόσφαιρα μυρίζει
σκόνη, αίμα και άγρια φύση, κλείνοντας μέσα της ολόκληρο το μεγαλείο και τη βιαιότητα
του πλανήτη που οραματίστηκε ο Howard.
Τελικά, είτε γυρίζεις τις κιτρινισμένες σελίδες του Weird Tales είτε ακούς τα καλπάζοντα
riffs των Battleroar στη διαπασών, η αίσθηση παραμένει ίδια: μια ακατανίκητη δίψα για
απόλυτη ελευθερία μακριά από τον μικροπρεπή κόσμο μας. Το Almuric δεν είναι απλώς ένα
βιβλίο ή ένα τραγούδι. Είναι η μυστική πύλη για όσους νιώθουν πως γεννήθηκαν σε λάθος
εποχή. Ένα ατσάλινο μνημείο στην αδάμαστη, αλύγιστη φύση που κοιμάται βαθιά μέσα σε
κάθε βαρβαρική καρδιά, έτοιμο να ξυπνήσει με το επόμενο riff.