Άρης, εσύ είσαι; Είσαι ο ίδιος Άρης πριν και μετά τα πρώτα σου δημιουργήματα; Άφησες κάτι πίσω όταν μπήκες για πρώτη φορά στο σκοτεινό μονοπάτι της Άρας Άουμαρ ή μήπως βρήκες τον εαυτό σου;
Εγώ είμαι. Είμαι αυτός που ξεκίνησε να οραματίζεται την Άρας Άουμαρ κι ο εαυτός μου θα παραμείνω ακόμα κι όταν θα ‘χει ολοκληρωθεί η εξιστόρηση. Είμαι ο ίδιος, όπως ίδιο παρέμενε το πλοίο του Θησέα, παρά το γεγονός πως άφηνε πίσω του κι από ένα κομμάτι σε κάθε λιμάνι. Ή μήπως άλλαξε το πλοίο;
Έτσι είναι τα ταξίδια, Gallant. Σε αλλάζουν και γνωρίζεις πολλά μέσα από αυτά. Πολλά για τον ίδιο σου τον εαυτό, ανάμεσα στα υπόλοιπα. Στο τέλος, όμως, ο ίδιος παραμένεις. Γιατί κανείς μας δεν είναι μονοδιάστατος, ακόμα κι αν για χρόνια το ‘χει ξεχάσει. Τι νόημα θα είχε άλλωστε η ζωή δίχως την αλλαγή να υποβόσκει;
Τι συμβολίζει για εσένα το Πέπλο; Είναι σύνορο, όριο, πύλη; Τι υπάρχει πίσω του που δεν τολμούν να δουν ούτε οι χαρακτήρες σου; Και τι φοβάται ο δημιουργός του όταν το διαβαίνει κάθε φορά;
Όλα όσα ανέφερες είναι το Πέπλο κι ακόμα περισσότερα. Για καθέναν που φτάνει μπροστά του, μπορεί ν’ αποτελεί κάτι διαφορετικό. Για εμένα, ωστόσο, είναι μια πύλη. Μια πόρτα που σε καλεί να τη διαβείς και να ξεθάψεις τα μυστικά που κρύβονται πίσω της. Και είναι πολλά αυτά τα μυστικά. Τόσα, που είμαι σίγουρος ότι κανείς δεν τα ‘χει ανακαλύψει όλα. Ούτε εγώ. Κι εγώ ο ίδιος, συνομιλώντας με αναγνώστες, έχω αρχίσει να ξεσκεπάζω κάποια, που θα ορκιζόμουν ότι δεν ήταν δικό μου το χέρι που τα έκρυψε μέσα στα βιβλία.
Όσον αφορά τους χαρακτήρες, δε θέλω να πω πολλά. Είναι όλοι τους ξεχωριστοί κι ο καθένας θα συναντούσε διαφορετικές συνθήκες. Διαβάζοντας τις περιπέτειές τους, όμως, νομίζω πως μπορεί κανείς να φανταστεί τμήματα της απάντησης.
Και για ν’ απαντήσω και το τελευταίο σκέλος της ερώτησής σου, εγώ φοβάμαι μονάχα ένα πράγμα κάθε φορά που άρω το «Πέπλο». Να μη χαθώ προτού προλάβω να βάλω στο χαρτί την ιστορία του.
Ποιος θεός σου ή ον σε κοιτάζει σιωπηλά καθώς γράφεις; Ένας συγγραφέας έχει δαίμονες;
Θα ήταν εύκολο ν’ απαντήσω «όλοι τους», αλλά ταυτόχρονα και ψέμα. Τους περισσότερους από χαρακτήρες μου δεν θα τους ενδιέφερε ένα γραπτό. Κάποιοι δεν γνωρίζουν ανάγνωση, εξάλλου.
Αυτός που σίγουρα ψάχνει εξονυχιστικά τα γραπτά μου, όμως, είναι ο Γουέηλ Γκλίμερ. Μάγος παλιός, καλλιτέχνης και κριτής, που το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας του έχει χαθεί στον χρόνο. Εκείνος με κοιτά, χαμογελώντας κάποιες φορές με το άγουρο ύφος μου. Θέλω να πιστεύω ότι συχνά χαίρεται. Ότι νιώθει περήφανος που προσπαθώ να μεταλαμπαδεύσω κάποια από τα διδάγματά του κι ας βρίσκει αστείες τις απόπειρές μου να τον φτάσω.
Ξέρω, ωστόσο, πως εκείνος δεν είναι ο μόνος. Υπάρχει ακόμη ένας που παρακολουθεί το κάθε μου βήμα. Το κάθε γρατζούνισμα του μολυβιού μου στο τετράδιο με τις σημειώσεις και το κάθε χτύπημα των δαχτύλων μου στο πληκτρολόγιο. Αυτός είναι πιο σκοτεινός. Ίσως, ο πιο σκοτεινός απ’ όλους. Λατρεύει τις τέχνες και ξέρει ότι μπορεί ν’ αντλεί έμπνευση από παντου. Γι’ αυτόν, και για την κάστα που έστησε, δεν θέλω να μιλήσω, όμως.
Οι μάχες σου έχουν βάρος. Όχι επειδή χύνεται αίμα, αλλά επειδή δοκιμάζεται η βούληση. Πώς χτίζεται ένας χαρακτήρας που αντέχει το φως και το σκοτάδι εξίσου;
Χαίρομαι που παρατήρησες κάτι τέτοιο για τις μάχες μου, Gallant. Δίνω πολύ έμφαση στο ύφος και στις τεχνικές λεπτομέρειες της συγγραφής τους. Θέλω η καθεμιά να είναι έντονη, γεμάτη συναισθήματα και να προσθέτει κάτι νέο στην ιστορία. Κι όλα τα παραπάνω, αποφεύγοντας τις επαναλήψεις. Ένας από τους καλούς μου φίλους – από τους πρώτους αναγνώστες των βιβλίων μου – είχε παρατηρήσει κάτι αντίστοιχο. Μου είχε πει, χαρακτηριστικά «Δεν κυριαρχεί το αίμα στις μάχες σου, αλλά το συναίσθημα. Δεν βλέπουμε έντονα μπροστά μας τη βία, αλλά βιώνουμε το αποτέλεσμα της βίας.»
Κι αυτό ήθελα. Όχι απογυμνώνοντας την ωμότητα του πολέμου από την ασχήμια, αλλά εμβαθύνοντας σ’ εκείνα που μένουν όταν η «ανδρεία» ξεφτίζει. Συνειδητοποίησα – ευτυχώς σχετικά νωρίς – ότι το γεγονός πως σε εμένα αρέσει να περιγράφω τις λεπτομέρειες μιας μονομαχίας ή μάχης, δεν συνάδει με όλα αυτά που θα μείνουν στην ψυχή του αναγνώστη αφού κλείσει το βιβλίο. Εκείνα που κολλάνε μέσα μας είναι πιο βαθειά και κατά πολύ ανώτερα από τους τεχνικούς όρους ή τα εκάστωτε καπρίτσια που έχει στο μυαλό του ο συγγραφέας. Συναισθήματα, Gallant! Συναισθήματα! Αυτά θέλω να προσφέρω, συντροφιά με τα ιδανικά του χαρακτήρα που τα βιώνει.
Όσο για εκείνους που αντέχουν να εκτίθενται στο φως αλλά και στο σκοτάδι, μία μονάχα είναι η απάντηση. Ισσοροπία. Ισορροπία και αλλαγή (παραμένοντας εσύ). Εξού κι έχεις δει τον Γκρέηπαλ να εξελίσσεται όσο προχωρά η ιστορία, παραμένωντας πάντα ο εαυτός του.
Οι λέξεις “λύπη” και “επιμονή” είναι δύο συναισθηματικά καύσιμα που μπορεί να οδηγούν διαφορετικούς χαρακτήρες ή τον ίδιο τον συγγραφέα σε δημιουργία; Τι χρειάζεσαι για να μας χαρίσεις το 4ο βιβλίο της σειράς;
Έτσι ακριβώς είναι. Βέβαια, υπάρχουν κι άλλα καύσιμα, όπως το «όραμα», η «ανάγκη» και η «επικοινωνία». Το καθένα από αυτά έχει τη δύναμη να τραβά το έργο – και κατ’ επέκταση τους χαρακτήρες – προς τη μεριά του. Κι εδώ έρχεται μία από τις τρανές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα μεγάλα σε έκταση έργα. Πρέπει να ξανασυναντήσεις τα «καύσιμα» που είχαν οδηγήσει την πένα σου μετά από καιρό, όταν, ίσως, να έχεις ξεμείνει εντελώς από την ουσία τους. Δεν θέλω, βέβαια, να δαιμονοποιήσω το παραπάνω. Οι προκλήσεις υπάρχουν για να τις ξεπερνάμε, εξάλλου. Επίσης, λίγο νωρίτερα έκανα λόγο για αλλαγή. Οπότε η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και καλό είναι να την υποδεχόμαστε ως φίλο όταν έρχεται να μας συναντήσει.
Όσον αφορά τώρα το 4ο και τελευταίο μέρος, εκεί χρειάζεται να επιστρατευτούν ξανά όλα τα παραπάνω: υπομονή, επιμονή, όραμα και χρόνος. Έχω ήδη προχωρήσει αρκετά, αλλά δεν θέλω να βιάζομαι. Το 4ο βιβλίο αποτελεί μια κορυφή που πρώτη φορά νιώθω να με σκιάζει. Είναι φορές που σκέφτομαι «Αν το γράψω, μετά τι;», κι αυτό με κάνει να γίνομαι ακόμα πιο προσεκτικός. Επιθυμώ διακαώς να το ολοκληρώσω. Αλήθεια! Αλλά θέλω να γίνει με τέτοιο τρόπο, που δεν θα αφήσει μέσα μου κανένα κενό.
Από την άλλη, χαίρομαι που Η Αντεπίθεση του Νότου βρίσκεται πλέον στα χέρια των αναγνωστών. Ήταν ένα ταξίδι δύσκολο, αλλά λυτρωτικό. Ένα βήμα πιο κοντά στο τέλος και ίσως, ταυτόχρονα, στην αρχή κάποιου νέου δρόμου.
Η Ελλάδα του φανταστικού μοιάζει με έρημο με αραιά φυτρώματα. Η γενιά σου όμως αποτελεί τους πρώτους σπόρους που βλέπουμε να ανθίζουν — όμως τι χρειάζονται για να γίνουν δάσος;
Αν και θεωρώ ότι υπήρχαν και νωρίτερα κάποια φυτρώματα, μου άρεσε πολύ ο παραλληλισμός σου, οπότε θα σταθώ εκεί. Θα σου απαντήσω αναλόγως. Δεν μετατρέπονται όλες οι σπορές σε δάσος. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Μπορεί οι σπόροι να μην έχουν δύναμη, να μην τους σηκώνει το κλίμα, ή το έδαφος να μην είναι αρκετά εύφορο. Ακόμη, μπορεί κάποιες φορές να έρχονται άλλα είδη (δέντρων ή λογοτεχνικά) για να καλύψουν και να υπερνικήσουν τη δική μας σπορά.
Σε εμάς – τους δημιουργούς – τι αναλογεί κυρίως από τα παραπάνω; Κρίνω πως αυτό είναι η ποιότητα του σπόρου. Άρα πρέπει να πασχίζουμε για το ποιοτικό περιεχόμενο των έργων μας και να παλεύουμε για να διορθώνουμε τις αδυναμίες μας. Να μη βιαζόμαστε να εκδώσουμε, να αναζητούμε γνώμες προτού στείλουμε κείμενα σε εκδοτικούς και να διαβάζουμε πολύ. Τα υπόλοιπα, ίσως έρθουν. Ίσως όχι. Δεν είναι μόνο στο δικό μας χέρι μια τέτοια αλλαγή, αλλά έχει ρίζες κοινωνικές.
Αλλά στην τελική γιατί γράφουμε; Γιατί κάνουμε εν γένει τέχνες; Για να μεγαλώσουμε μια αγορά, ή για να βγάλουμε κάτι από μέσα μας;
Ο συγγραφέας ως πολεμιστής: λείπει το σώμα όταν ο νους ταξιδεύει; Κι αν κάποια μέρα δεν μπορούσες να γράψεις ξανά, πώς θα αφηγούσουν την ιστορία σου με πράξεις;
Προσωπικά, μου είναι δύσκολο να βρίσκομαι σε δύο σημεία ταυτόχρονα. Όταν κάνω κάτι, θέλω να δίνομαι όσο το δυνατόν περισσότερο σε αυτό. Οπότε, ναι. Όταν το μυαλό ταξιδεύει, το κορμί απουσιάζει (ζυλεύω όσους καταφέρνουν να κάνουν ταυτόχρονα και τα δύο). Ωστόσο, έχει ένα καλό η συγγραφή. Δεν διαρκεί ολόκληρη την ημέρα, παρά μονάχα κάποιες ώρες. Όταν γράφεις, μπορεί να αφουσιώνεσαι σε αυτή, αλλά εφόσον αφήνεις κάτω το μολύβι ή κλείνεις τον υπολογιστή οφείλεις να επιστρέφεις στα «εγκόσμια». Αυτά είναι που σου δίνουν έμπνευση στην τελική και δεν πρέπει να τ’ αμελείς.
Βέβαια, πάντα θα έρχονται κι εκείνες οι στιγμές, που οι εικόνες θα κλέβουν τους λογισμούς σου και θα τους πηγαίνουν ξανά στους φανταστικούς κόσμους που έχεις πλάσει. Όταν συμβαίνει αυτό κατά τη διάρκεια της ημέρας, τα πράγματα είναι δύσκολα. Όταν γίνεται, όμως, τη νύχτα, ανοίγεις απλά το σημειωματάριο που βρίσκεται πάντα στο κομοδίνο και θυσιάζοντας λίγο ύπνο μετατρέπεις, έστω και επιγραμματικά, τις σκέψεις σου σε λέξεις.
Κι αν δεν μπορούσα να γράψω ποτέ ξανά, τις ιστορίες των χαρακτήρων μου και τα θαύματα της Άρας Άουμαρ, θα ήθελα να τα μεταφέρω προφορικά σε τρίτους. Ή με κάποιο παιχνίδι ρόλων. Αυτό το δεύτερο το έχω κάνει αρκετές φορές στο παρελθόν, άλλωστε.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο πλάσμα που γέννησες; Αυτό που δεν υπάκουε στο “φως” του χαρτιού ή αυτό που αρνήθηκε να πεθάνει;
Κι όμως, είναι πολλά αυτά τα πλάσματα. Όλα τους σχεδόν! Κι αυτό γιατί θέλουν όλα να πούνε περισσότερα για τον εαυτό τους. Περισσότερα και πολύ πιο εξειδικευμένα απ’ ό,τι αναλογεί στη συγκεκριμένη ιστορία. Χαρακτήρες, γεγονότα, πλάσματα μαγικά, αυτοκρατορίες μιας περασμένης εποχής, όλα τους θέλουν να σπάσουν τα δεσμά με τα οποία τα έχω δέσει και να ξεχυθούν στο χαρτί.
Και το πιο δύσκολο απ’ όλα, είναι να μη τους το επιτρέπω. Προσωπικά, θα ήθελα πολύ να δω υπό μορφή λέξεων όλες αυτές τις ιστορίες. Να τις δω να έχουν πάρει μορφή υλική και να μην είναι απλά ιδέες μέσα στο κεφάλι μου. Κι όμως, έχω την πεποίθηση πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε ν’ αποβεί καταστροφικό. Θα μπορούσε να κάνει τους αναγνώστες να κουραστούν, να ξεχαστούν, ή ακόμη και να βαρεθούν. Οπότε τραβάω τα όρια όσο πιο αυστηρά μπορώ και πνίγω αυτές τις φωνές.
Για ν’ απαντήσω, όμως, και στην ερώτηση, τα πιο δύσκολα πλάσματα που γέννησα, είναι αυτά που καθώς διαβάζεις τα βιβλία μου σε κάνουν να πεις «Εδώ θα μπορούσε αυτή η λεπτομέρεια να λείπει!» Ακόμη κι αν διαφωνήσω μαζί σου, ξέρω πως έως έναν βαθμό έχεις δίκιο. Εκείνα είναι που ξέφυγαν κι αρνήθηκαν να πεθάνουν στην ώρα τους. Μπορώ να σε βεβαιώσω, όμως, φίλε Gallant, πως έχω προσπαθήσει πάρα πολύ ώστε να μη συμβαίνει συχνά κάτι τέτοιο.
Αν κάποιος άνοιγε μια ρωγμή στο βιβλίο σου και έπεφτε μέσα — χωρίς επιστροφή — πού θα βρισκόταν; Και τι θα του ζητούσε ο κόσμος για να τον δεχτεί;
Φαντάζομαι πως δεν θέλεις να απαντήσω με βάση τις πιθανότητες, αλλά να πω αυτό που ποθεί η καρδιά μου. Αν αυτός ο «κάποιος» ήταν φίλος, θα ήθελα να πέσει στην Κουάρντα. Η Κουάρντα είναι η πρωτεύουσα του κράτους Μάρκορ και η πόλη που αγαπώ πιο πολύ απ’ όλες τις πόλεις. Πραγματικές ή φανταστικές. Περπάτησα στους δρόμους της για πρώτη φορά πριν από σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια και πλέον τη γνωρίζω αρκετά καλά. Είναι κοσμοπολίτικη και πολυπληθυσμική κι ο ξένος προς την Άρας Άουμαρ φίλος μας, θα μπορούσε να προσαρμοστεί εύκολα. Ειδικά εφόσον πρόκειται να μείνει μόνιμα στον κόσμο μου, νομίζω πως εδώ θα ήταν το ιδανικό μέρος για να κάνει την αρχή του.
Όσο για το τι θα του ζητούσαν οι εκεί κάτοικοι για να τον δεχτούν ανάμεσά τους, ποικίλουν οι απαντήσεις. Ο Έντορ, ο αρχιεπίσκοπος της πόλης, θ’ αντάλλασε τη φιλοξενία του με γνώσεις. Οι άρχοντες από συντροφιά, διασκέδαση, έως σκοτάδι. Οι κάτοικοι λογικά δύο χέρια να τους βοηθούν, αυτιά ν’ ακούνε τους καημούς τους και στόμα να μιλά γλυκά αλλά αληθινά.
Πέρα από αυτά, Gallant, έχω ονειρευτεί πολλές ιστορίες που διαδραματίζονται στην Κουάρντα, αλλά δεν χωράνε για να μπούνε στα βιβλία. Θέλεις να σου εκμυστηρευτώ κάποια από αυτές; Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στον χάρτη της πόλης και μετά ξεκινώ!
Όταν όλα σβήσουν και κλείσει το 4ο και τελευταίο βιβλίο της σειράς, ποια λέξη θέλεις να έχει μείνει στο χείλος του αναγνώστη σου; Μια λέξη που να σε συνοψίζει χωρίς να σε κλείνει.
Ξέρεις τι λένε, Gallant; Ότι ένα βιβλίο είναι διαφορετικό για τον καθένα που το διαβάζει. Ότι ακόμη κι αν ο δημιουργός θέλει να δώσει κάτι συγκεκριμένο, είναι πολύ πιθανόν οι αναγνώστες να προσλάβουν άλλα νοήματα. Οπότε, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να σου απαντήσω. Νιώθω, πως έως ένα βαθμό, θα ήθελα να αποφύγω αυτή την ερώτηση. Ωστόσο, δεν μου αρέσει να κρύβομαι στα δύσκολα. Γι’ αυτό ήρθες να με βρεις, εξάλλου, έτσι δεν είναι; Πλέον, σε έχω καταλάβει.
Αν περνούσε από το χέρι μου, λοιπόν, θα ήθελα να μείνει στους αναγνώστες η δύναμη και το αναπόφευκτο της «αλλαγής»! Για εμένα η ουσία της ζωής κρύβεται στην αλλαγή – αυτό μου δίδαξε ο σοφός μάγος που ανέφερα παραπάνω, ο Γουέηλ Γκλίμερ – και μέσα από τα βιβλία μου θα ήθελα ο αναγνώστης να βιώσει την αλλαγή. Να σκεφτεί. Να διαβάσει πίσω από τις λέξεις και να άρει το πέπλο της φαντασίας από την ιστορία. Να γδύσει το κείμενο από το ρούχο που του έχω φορέσει και να το δει γι’ αυτό που πραγματικά είναι. Να δομήσει δικές του απόψεις και μετέπειτα να τις γκρεμίσει. Και ποιος ξέρει; Ίσως μετά, ν’ αρχίσει να χτίζει τη γνώμη του και πάλι από την αρχή.
«Αλλαγή», λοιπόν.
Τι όμορφα που φτάνουμε στο τέλος, Gallant! Μοιάζει να κάναμε έναν κύκλο, δεν νομίζεις; Γι’ αλλαγή μιλήσαμε στην πρώτη ερώτηση και με την ίδια έννοια θα κλείσουμε.
Δεν του ζήτησα να υπογράψει το όνομά του.
Δεν του έδειξα ούτε το πρόσωπό μου. Μονάχα του άφησα ένα φτερό και ένα κομμάτι πάπυρο.
Αν θελήσει, θα γράψει κάτι. Αν όχι, θα το επιστρέψει λευκό.
Έτσι δουλεύει η μαγεία. Όχι με εντολές. Με πρόσκληση.
Και κάπου εκεί… στην ατραπό της δημιουργίας
θα ξανασυναντηθούμε.
Μέχρι τότε, το διάβα για τον κόσμο της Άρας Άουμαρ θα παραμένει ανοιχτό.
— Gallant Duke
«Καλή συνέχεια στο ταξίδι σου, Gallant. Χάρηκα για τη στάση που έκανες στην Άρας Άουμαρ κι ελπίζω να βρήκες όσα αναζητούσες. Ο κόσμος αυτός θα είναι πάντα ανοιχτός για εσένα – και για όλους τους φίλους σου – ακόμη κι αν εγώ δεν θα βρίσκομαι εδώ για να τους ξεναγήσω.»
Γκρίμπας Άρης