Έλεγες ιστορίες από παιδί; Τι ήταν αυτό που σε έκανε να πατήσεις το πλήκτρο και να πεις “αυτό τώρα θα το διαβάσουν κι άλλοι”;
Γενικά, είμαι πολύ ντροπαλός. Πάντα ήμουν και ακόμη είμαι. Θυμάμαι όταν διάβασα το πρώτο μου βιβλίο Agatha Christie (κάπου στα 12-13, μέχρι τότε διάβαζα παιδικά βιβλία) να ξεκινάω ΑΜΕΣΩΣ να γράφω μια παρόμοια ιστορία. Κι αφού έγραψα καμιά 10αριά σελίδες πίστεψα πως ήταν έτοιμο. Φυσικά και δεν ήταν, αλλά έτρεξα να το διαβάσω στους γονείς μου. Εκείνοι τρόμαξαν λίγο καθώς κατάλαβαν πως πλέον διάβαζα βιβλία για μεγαλύτερες ηλικίες (αν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο), αλλά το μικρόβιο είχε ήδη μπει μέσα μου. Γενικά έγραφα πολλές ιστορίες και τις μοιραζόμουν με συγγενείς και κολλητούς φίλους για αρκετά χρόνια. Αλλά όταν έγραψα την ιστορία του πρώτου βιβλίου μου (Bifrost, The Path of Warriors, Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές) αμέσως στο παιχνίδι μπήκαν και οι γνωστοί καθώς και φίλοι φίλων. Ήθελα να το διαβάσουν ΟΛΟΙ.
Το Bifrost είναι μια γέφυρα. Εσύ, τι ένιωσες πως διέσχισες όταν το πρώτο σου βιβλίο τυπώθηκε; Ήταν λύτρωση, ρίσκο ή κάλεσμα;
Η Ιστορία του πρώτου βιβλίου είχε κάνει ήδη έναν μικρό κύκλο μεταξύ φίλων, όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να την εκδώσω, Και τα συναισθήματα σίγουρα ήταν μοναδικά. Ναι, σίγουρα ήταν ένα κάλεσμα. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που δε θέλει να δει το δημιούργημά του στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Απλά και όμορφα ΟΛΟΙ μας αυτό θέλουμε. Όχι για να πουλήσει. Αλλά για να δοθεί η ευκαιρία σε όλους να το διαβάσουν και να μας πουν τη γνώμη τους. Ακόμη και αν δεν τους αρέσει η ιστορία, προσωπικά θέλω να μιλήσω με όλους για να μάθω την άποψή τους. Οπότε, αυτό το κάλεσμα δεν ήταν μόνο για εμένα, αλλά και από εμένα για όλους τους άλλους!
Έχεις συμμετάσχει σε πολλές ανθολογίες. Σε ελκύει η συλλογικότητα της δημιουργίας ή η πρόκληση να αφήσεις το στίγμα σου ανάμεσα σε πολλούς;
Τα πρώτα χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, ένιωσα πως έπρεπε να γράφω συνέχεια για να μείνω ζεστός! Θεωρώ πως κάθε νέος συγγραφέας πρέπει να κάνει το ίδιο. Άνοιξε μια νέα σελίδα και μάθαινα συχνά για διαγωνισμούς, ανθολογίες και γενικά έβρισκα αφορμές για να γράφω. Κάποια, όσα πίστευα πως αξίζουν, τα έστελνα σε ανθολογίες και λίγα από αυτά εκδόθηκαν. Με τα χρόνια, επιλέγω να στέλνω λιγότερα και να τα δουλεύω περισσότερο. Αλλά πάντα μου άρεσε να γράφω διηγήματα και λατρεύω να διαβάζω ανθολογίες, οπότε το βρίσκω λογικό να συμμετέχω κι εγώ σε κάποιες. Πριν από μερικά χρόνια μου δόθηκε η ευκαιρία να επιμεληθώ τη δημιουργία της σειράς Ανθολογιών «Στα Όνειρα της Φαντασίας» σε συνεργασία με τις εκδόσεις Allbooks. Ως τώρα έχουν εκδοθεί 4 ανθολογίες με διαφορετικό θέμα η κάθε μία. Η πρωτοτυπία των ανθολογιών αυτών για τα ελληνικά δεδομένα είναι πως οι συμμετέχοντες συγγραφείς πληρώνονται προκαταβολικά. Τελευταία, μου αρέσει να γράφω και σε συλλογικά βιβλία. Προς το παρόν έχει εκδοθεί μόνο ο Άγνωστος Ασθενής (Εκδόσεις Bookstagram), αλλά έχετε τον νου σας. Γενικά, είναι μια τεχνική που μου αρέσει. Βρίσκω πρόκληση σε όλο αυτό.
To Beer-o Quest είναι ένα έργο που μυρίζει μπύρα, φίλους και επιτραπέζια. Μίλα μας, αν μπορείς, νηφάλια για αυτό.
Νηφάλια ε; Δύσκολα! Το Beer-o Quest (Εκδόσεις Allbooks) ξεκίνησε καθαρά για να προτείνω μπύρες με φίλους! Έπινα, και αν μου άρεσε η μπύρα, έγραφα μια ιστορία και την ανέβαζα σε μια ομάδα στο Facebook για να την προτείνω. Εκείνη την περίοδο, έπαιζα ξανά μετά από χρόνια HeroQuest με φίλους και τα δύο αυτά έγιναν ένα στο γεμάτο μπύρα μυαλό μου! Άρχισα να γράφω για τους ήρωες του παιχνιδιού και είχα την εισαγωγή του βιβλίου. Αργότερα μου δόθηκε η ευκαιρία μέσω του ιστότοπου Nyctophilia (πόσο μας λείπει! Γύρνα πίσω ή έστω τηλεφώνα!) να συνεχίσω σε σταθερή βάση να γράφω τις περιπέτειες αυτών των ηρώων. Το Beer-o Quest ήταν έτοιμο λοιπόν. Όταν ολοκληρώθηκε αυτό που είχα στο μυαλό μου, εκδόθηκε κιόλα και χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό. Σύντομα θέλω να πιστεύω πως θα υπάρξει επανακυκλοφορία, καθώς είναι από καιρό εξαντλημένο. Βέβαια, από την έκδοσή του και μετά, έχουν γραφτεί και άλλες ιστορίες των Ηρώων, καθώς, όπως μου αρέσει να λέω, αυτές οι ιστορίες είναι αυτές που γράφω για να ηρεμήσει η ψυχή μου. Οπότε ίσως να υπάρχει και expansion κάποια στιγμή.
Η Θεσσαλονίκη είναι και δική σου πόλη, αλλά και έδρα του Συλλόγου Φίλων Μέταλ Θεσσαλονίκης “Εxcalibur”. Πώς συνδέεται το urban περιβάλλον σου με τις μέταλ νότες. Τί αντίκτυπο έχουν στις λέξεις που γεννάς;
Στο μυαλό μου αυτά τα δύο είναι ταυτισμένα. Μου αρέσει η metal μουσική και τη γνώρισα όταν περίπου γνώρισα και τους αγαπημένους μου συγγραφείς, κάπου εκεί στην αρχή της εφηβείας. Κάποιους από αυτούς τους έμαθα ακριβώς μέσα από τους στίχους ή τις συνεντεύξεις των αγαπημένων μου μουσικών. Άρα, προσωπικά, τα θεωρώ μια μεγάλη οικογένεια! Άλλωστε, ακόμη και στον Σύλλογο Excalibur πολλοί λατρεύουμε τα ίδια πράγματα εκτός της μουσικής: σπαθιά, ασπίδες, τσεκούρια, δράκους, φανταστική λογοτεχνία… Μέσα από τη μουσική έχω μάθει αμέτρητα βιβλία και όσο ακούω, τόσο ανακαλύπτω νέα. Τώρα, όταν μια ιστορία δημιουργείται στο μυαλό μου, ανάλογα με το είδος που μου βγάζει, ΠΑΝΤΑ θα βάλω να παίζει αντίστοιχη μουσική. Παράδειγμα, για μια επική ιστορία θα βάλω επικά συγκροτήματα. Όταν θέλω να γράψω κάτι πιο σκοτεινό, θα βάλω κάτι τέτοιο να ακούγεται. Σχεδόν πάντα η μουσική με συνοδεύει όταν γράφω.
Τι σου διδάσκει το heavy metal που δεν στο δίδαξε ποτέ η λογοτεχνία; Και πώς ενώνονται αυτά τα δύο μέσα σου όταν γράφεις;
Όπως είπα και νωρίτερα, το Metal μου έμαθε πολλά λογοτεχνικά κείμενα, αλλά αντίστοιχα, λόγω της αγάπης μου για κάποια βιβλία έμαθα και λάτρεψα πολλά συγκροτήματα. Συγκροτήματα που επηρεάστηκαν από βιβλία ή συγγραφείς, όπως οι Ιταλοί Domine και η λατρεία τους για τον M. Moorcock. Στο μυαλό μου δε γίνεται να μην επηρεαστείς από τη μουσική. Αντίστοιχα, όταν διαβάζω ένα βιβλίο, “ακούω” τη μουσική του. Συχνά μου αρέσει, όταν τελειώνω το διάβασμα ενός βιβλίου, να σκέφτομαι ποιο τραγούδι ή δίσκος θα ήταν! Θα ήθελα να μπορώ να γράψω μουσική, μ’ αφού δεν τα καταφέρνω, γράφω στίχους μέσα από τις ιστορίες μου. Μια και είμαστε μεταξύ μας, δεν μπορώ να μη παραδεχτώ ότι πολλές φορές φαντασιώνομαι πως αγαπημένα μου συγκροτήματα παίρνουν τις ιστορίες μου και τις μετατρέπουν σε τραγούδια. Joey DeMaio ακούς; Δωρεάν για εσένα!
Έχεις μελετήσει και μιλήσει για μύθους και παραδόσεις. Υπάρχει κάποιος θρύλος που σε στοιχειώνει ακόμα – που δεν τόλμησες ακόμη να τον γράψεις;
Υπέροχη ερώτηση. Δύο είναι οι ιστορίες που θέλω να γράψω και ακόμη είναι στα ντουλάπια του μυαλού μου. Η πρώτη είναι η ιστορία του δικού μου επικού κόσμου. Είναι μια ιστορία που αναπτύσσω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ξέρω ολόκληρη την ιστορία και έχω κατά καιρούς γράψει κομμάτια της πλοκής. Απλά συνέχεια επιστρέφω και τη δουλεύω ξανά και ξανά. Σίγουρα κάποια στιγμή θα τελειώσει και θα τη δείτε. Η δεύτερη ιστορία είναι αρκετά πιο φιλόδοξη. Πριν κάποια χρόνια έγινε ένας διαγωνισμός διηγήματος με θέμα την επιστροφή στο σπίτι. Εγώ ξεκίνησα να γράφω για έναν πολεμιστή του Βυζαντίου στα χρόνια πριν την Άλωση και κατέληξα με ένα κείμενο κάπου 6000-7000 λέξεις. Προφανώς ήταν πολλές για να σταλεί στον διαγωνισμό (αν θυμάμαι καλά το όριο ήταν 2500-3000) και ένιωθα πως είχα πολλά ακόμη να πω. Έτσι, κράτησα την ιδέα για μελλοντική χρήση. Όποιος όμως έχει ασχοληθεί με τη Βυζαντινή ιστορία ξέρει πόσο απαιτητική είναι. Μαζεύω πληροφορίες από τότε και ελπίζω κάποια στιγμή να καταφέρω να ολοκληρώσω την ιστορία, όπως την έχω στο μυαλό μου.
Η γραφή είναι τελετή ή καθημερινότητα; Χτυπάς τη γραφομηχανή σαν ιερέας που επικαλείται, ή σαν εργάτης που σκάβει;
Καλώς ή κακώς, η γραφή δεν είναι δουλεία. Η έμπνευση έρχεται όποτε θέλει και εγώ προσπαθώ να κρατήσω σημειώσεις. Είναι επίκληση, Είναι ιεροτελεστία. Είναι ανοιχτή πληγή και είμαι αναγκασμένος να υποκύψω στο μαρτύριό της. Εκείνη την ώρα, δεν επικοινωνώ με το περιβάλλον. Πολλές φορές η γυναίκα μου μου μιλάει και νευριάζει που δεν της απαντάω, αλλά τελικά καταλαβαίνει. Εκείνη την ώρα είμαι στους κόσμους μου. Είμαι κομμάτι της ιστορίας που γράφω. Οπότε, αν πρέπει να απαντήσω στην ερώτηση, μοιάζω μάλλον με προσκυνητή την ώρα που επικαλείται τους Θεούς.
Τι προτιμάς λοιπόν πολεμιστή; Τον πέλεκυ; Τη γραφή; ή να δείχνεις τον δρόμο ε άλλους και μαεστρικά να οργανώνεις συνέργειες;
Γιατί να διαλέξω; Το σπαθί και ο πέλεκυς πάντα θα συντροφεύουν τη γραφή μου (ακόμη και όταν προσπαθώ να γράψω άλλου είδους ιστορίες). Από εκεί και πέρα, φυσικά και προσπαθώ να συνεργαστώ με άλλους, ακολουθώντας το κάλεσμα της έμπνευσης που είπαμε πριν. Κάποιες φορές προσπαθώ να οργανώσω συνέργειες, άλλες απλά ακολουθώ σαν πιστός στρατιώτης. Θα κάνω τα πάντα για να συνεχίσω να λέω τις ιστορίες μου στον κόσμο. Όσο για το αν δείχνω τον δρόμο, θα πω μια ατάκα που πάντα μου άρεσε: Πρωτοπόρος είναι αυτός που τον ακολουθούν και άλλοι. Αλλιώς απλά έχεις χάσει τον δρόμο!
Πού οδηγεί το μονοπάτι τώρα; Έχεις στο σεντούκι σου κάτι έτοιμο να βγει στον κόσμο, ή ακόμα συνθέτεις κάποιο νέο ξόρκι;
Έχω αρκετά πράγματα στο σεντούκι μου, αλλά θα βγουν όταν βρω το κουράγιο να σκοτώσω τον δράκο που το φυλάει. Μάλλον ξέχασα να τον ταΐσω και μου κρατάει κακία. Τα πιο κοντινά που έχω είναι μια συλλογή διηγημάτων μου που είναι σε διαδικασία επιμέλειας κι ελπίζω σύντομα να βρουν τον δρόμο τους, καθώς και η επανακυκλοφορία του Beer-o Quest με εικονογράφηση και νέο layout. Από εκεί και πέρα, γράφω ένα μυθιστόρημα και προσπαθώ να μαζέψω διηγήματά μου για άλλη μία συλλογή.
Επίλογος
Η ale είχε σχεδόν τελειώσει. Ο πέλεκυς έστεκε βαρύς στο ξύλινο πάτωμα. Ο Gallant Duke έσκυψε το κεφάλι με σεβασμό. Δεν πρόλαβε ούτε έναν ψίθυρο αποχαιρετισμού. Ο χρόνος είχε ήδη τυλιχτεί γύρω τους σαν καπνός από χαρμάνι ιδεών, λέξεων και θρύλων.
Ένας από τους τελευταίους Φύλακες στέκει εδώ. Και το fantasy στην Ελλάδα, έχει ακόμα παλμό στις φλέβες του.