Skip to main content
20/11/2025

Συνέντευξη με την Άννα Σπανογιώργου

20/11/2025 | by Galland Duke

Κατέβαινα… Οι κατακόμβες μύριζαν υγρασία. Ο αέρας πάλλονταν σαν να
συγκρατούσε αρχαίες ανάσες, κι η φλόγα της λάμπας στο χέρι μου έμοιαζε να
φοβάται τον ίδιο της τον εαυτό.
Κατέβαινα αργά, ανάμεσα σε θαλάμους που έμοιαζαν να λυγίζουν υπό το
βάρος της μνήμης. Εκεί, στο βάθος, βρήκα μια γραμμή κενού να χωρίζει στα 2
έναν κόσμο φωτός και σκοταδιού… μια ουλή πάνω στην ύπαρξη.
Κι εκεί την είδα.
Η Άννα Σπανογιώργου ακροβατούσε πάνω στην ουλή αυτή,  το ένα πόδι της
βυθισμένο στη σκιά, το άλλο λουσμένο σ’ ένα απόκοσμο λευκό φως.
Κι όταν γύρισε προς εμένα, είδα ένα βλέμμα γεμάτο πόνο, αλλά και μια
αποφασιστικότητα σχεδόν απτή!
Έτσι άρχισε η συνομιλία μας — όχι σαν συνέντευξη, μα σαν εξομολόγηση δύο
κόσμων που αρνούνται να συνθηκολογήσουν.


Σε βρίσκω στο κατώφλι ανάμεσα σε δύο κόσμους — το φως κι η σκιά
σε διεκδικούν ταυτόχρονα. Πιστεύεις πως ο άνθρωπος μπορεί ποτέ να
σταθεί αληθινά “ενδιάμεσα”, ή κάθε επιλογή τον σπρώχνει, αργά ή
γρήγορα, προς τη μία πλευρά;

Καταρχάς, πιστεύω ότι το φως και η σκιά έξω μας δεν έχουν και τόσο
μεγάλη σημασία. Το βασικό είναι τι κουβαλάς μέσα σου και σε τι δίνεις
την προσοχή σου. Πάντα, αυτό στο όποιο εστιάζεις, είναι εκείνο που σε
διεκδικεί με περισσότερη μανία. Και συνήθως στο τέλος σε κερδίζει.

Οι ήρωές σου μοιάζουν συχνά πληγωμένοι, μα συνεχίζουν να
βαδίζουν. Είναι η πληγή δημιουργική δύναμη ή βαρίδι; Πώς
μετατρέπεται ο πόνος σε κίνηση μέσα στη δική σου αφήγηση;

Ο πόνος είναι ένα στάδιο απαραίτητο για την μεταμόρφωση. Για
οποιαδήποτε κατάκτηση ή μεταβολή προς το καλύτερο, πρέπει να
μοχθήσεις, να ιδρώσεις, να πονέσεις. Πολλές φορές, οι ήρωες –όπως
και όλοι οι άνθρωποι- έχουν δύο επιλογές: να παραδοθούν στην μοίρα
ή να προσπαθήσουν να την αλλάξουν. Μου αρέσουν περισσότερο
αυτοί που επιλέγουν το δεύτερο.

Στην Αέναη Μάχη ο αγώνας φωτός και σκότους δεν είναι απόλυτος.
Υπάρχουν ήρωες που αλλάζουν ρόλους, κι αντιήρωες που
λυτρώνονται. Θεωρείς πως υπάρχει “καθαρό” καλό ή “καθαρό” κακό, ή
μήπως όλα είναι απλώς αντανακλάσεις του ίδιου πυρήνα;

Πίσω από κάθε έργο θεωρώ ότι κρύβεται ένα «τι θα γινόταν αν…;»
Πολλές ιδέες έχουν την απαρχή τους σε μια τέτοια ερώτηση. Ξεκάθαρα
η αρχή της Αέναης Μάχης ήταν όταν αναρωτήθηκα: «Τι θα γινόταν αν
υπήρχε ένας κόσμος, όπου οι κακοί θα ήταν σωστοί και θα
υπηρετούσαν τον ρόλο τους και οι καλοί θα είχαν απολέσει την
καλοσύνη τους και θα νοιαζόταν μόνο για την κατάκτηση της εξουσίας;
Ποιος θα ήταν εκεί ο καλός και ποιος ο κακός;» Σκοπός μου ήταν να
δείξω ότι τίποτα δεν έχει μόνο μια πλευρά και πως δεν πρέπει να
μένουμε στις ταμπέλες, ούτε να κρίνουμε με βάση αυτές, γιατί συνήθως
η ουσία των πραγμάτων είναι διαφορετική και δεν είναι φτιαγμένη
ξεκάθαρα μόνο από φως ή μόνο από σκοτάδι.

Η οικογένεια στα έργα σου είναι άλλοτε πηγή δύναμης, άλλοτε αιτία
ρήξης. Είναι το αίμα δεσμός ή δεσμά;

Η οικογένεια είναι για το παιδί ένας τοίχος, που όσο είναι μικρό του
δίνει μια σιγουριά, είναι εκεί στηρίζεται πάνω του. Καθώς μεγαλώνει
όμως, ο τοίχος αυτός αλλάζει. Άλλοτε παραμένει δίπλα του
υποστηρικτικά και άλλοτε γίνεται τείχος, που τον περιορίζει. Όμως,
είναι επιλογή μας το καθετί που κάνουμε, όποτε θα έλεγα πως δυνητικά
είναι και δεσμός και δεσμά.

Οι γυναίκες σου δεν περιμένουν σωτήρες — στέκουν, πολεμούν,
ματώνουν. Πώς αντιλαμβάνεσαι τον ρόλο της γυναίκας μέσα στη
φανταστική λογοτεχνία; Είναι ακόμα περιορισμένος από τα πρότυπα
του είδους ή πλέον ορίζει η ίδια τους κανόνες του παιχνιδιού όπως της
αξίζει;


Προσωπικά, «κατηγορήθηκα» από κάποιους αναγνώστες διότι στο
πρώτο βιβλίο θεώρησαν ότι η Κάτια ήταν πολύ άβουλη και δέχτηκε
κάποιες καταστάσεις εύκολα. Τότε θεώρησα άδικη αυτή την κατηγορία.
Σήμερα είμαι σίγουρη ότι όντως ήταν πολύ άδικη. Γιατί ποιος είπε ότι
όλες οι ηρωίδες της φανταστικής λογοτεχνίας πρέπει να είναι
δυναμικές; Ή ότι πρέπει να ακολουθούμε νόρμες στους χαρακτήρες
μας; Οι χαρακτήρες μας, όπως και όλοι οι άνθρωποι, οφείλουν να είναι
ανθρώπινοι, να έχουν αδυναμίες, να μπορούν να κάνουν λάθος
επιλογές, όπως θα έκανε κάθε άνθρωπος. Να τους επιτρέπεται να
κινούνται από το συναίσθημα και κυρίως να εξελίσσονται. Εγώ αυτό
ήθελα να δείξω, την εξέλιξη. Γενικότερα, ο ρόλος της γυναίκας στη
φανταστική λογοτεχνία, είναι πολύπλευρος και μεταβαλλόμενος. Ίσως
κάποια υποείδη όπως πχ επική φαντασία, τα προηγούμενα χρόνια να
την είχαν λίγο παραγκωνισμένη, αλλά με χαρά βλέπω ότι αυτό έχει
αρχίσει να αλλάζει.

Οι ηρωίδες σου… μοιάζουν με διαφορετικές όψεις του ίδιου καθρέφτη.
Αν κοίταζες μέσα του, ποια από αυτές θα έβλεπες εσύ να σε κοιτά
πίσω;


Μια ερώτηση που δέχτηκα πολλές φόρες, ειδικά από άτομα που με
γνωρίζουν στη καθημερινότητα, ήταν αν είμαι εγώ η Κάτια, αν ο
χαρακτήρας της έχει εμπνευστεί από έμενα. Η αυθόρμητη απάντηση,
που έδωσα, ήταν ότι φυσικά και δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Όταν όμως το
έψαξα μέσα μου, κατάλαβα ότι ασυνείδητα όντως της είχα προσδώσει
ένα αρκετά μεγάλο μέρος από τον τρόπο σκέψης μου κυρίως. Βέβαια,
γενικεύοντας αυτό, συνειδητοποίησα ότι κάθε χαρακτήρας έχει ένα
κομμάτι του εαυτού μου, πως θα μπορούσε άλλωστε να μην ισχύει κάτι
τέτοιο; Να γνωρίζετε, ότι πάντα ο συγγραφέας, ακόμη και αν δεν το
ξέρει μοιράζει κομμάτια της ψυχής του στους ήρωές του.

Βλέπουμε κόσμους που συνυπάρχουν με κοινωνικές ανισότητες και
συγκρούσεις. Υπάρχει σ’ αυτούς αντανάκλαση της δικής μας
πραγματικότητας; Μπορεί το φανταστικό να γίνει καθρέφτης κοινωνικής
δικαιοσύνης;


Φυσικά! Αυτός είναι άλλωστε και ο βασικός ρόλος της φανταστικής
λογοτεχνίας. Να πει αυτά που με πραγματικούς όρους δεν θα
μπορούσαμε να δεχτούμε. Να μας παρουσιάσει την αλήθεια, μέσα από
το πρίσμα της φαντασίας, να μεταβάλει την μορφή της, αλλά όχι την
ουσία της. Η υπερβολή πάντα δείχνει καλύτερα την πραγματικότητα.

Στα έργα σου εμφανίζονται διαφορετικοί λαοί και ομάδες, συχνά με
ιδιότυπα χαρακτηριστικά ή πιστεύω. Πόσο συνειδητά αγγίζεις ζητήματα
διαφορετικότητας και αποδοχής; Πιστεύεις πως η φαντασία μπορεί να
γίνει γέφυρα απέναντι στον φόβο του “άλλου”;

Ο φόβος του «άλλου» ή του διαφορετικού γενικότερα, είναι ριζωμένος
μέσα μας κυρίως γιατί δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι στη τελική
όλοι είμαστε διαφορετικοί. Η ανάγκη του να ανήκουμε σε ένα σύνολο με
κοινά χαρακτηριστικά, ώστε να θεωρούμε πως είμαστε ασφαλείς είναι
μια ικανότητα του άνθρωπου που καλλιεργείται εδώ και χιλιάδες χρόνια
και είναι η βάση των κοινωνιών. Είσαι στο κοπάδι; Επιβιώνεις. Φεύγεις;
Σε τρώει ο λύκος. Η φαντασία μπορεί να δείξει ξεκάθαρα πως το
ακραία διαφορετικό δεν είναι απαραίτητα και κακό και πως πολλές
φορές πίσω από την κανονικότητα ελλοχεύουν μεγαλύτεροι κίνδυνοι.

Κάποιοι χαρακτήρες σου επιλέγουν το φως, άλλοι τη σκιά, μα όλοι
δείχνουν να κουβαλούν κάτι από τα δύο. Πώς βιώνεις εσύ αυτή την
εσωτερική μάχη; Είναι ο συγγραφέας τελικά παρατηρητής ή μαχητής
του ίδιου του έργου του;

Ο συγγραφέας δεν είναι ούτε παρατηρητής, ούτε μαχητής. Ο
συγγραφέας είναι ένας μικρός θεός, που κινεί τα νήματα από τις μοίρες
των ηρώων. Η μεγαλύτερη μάχη που καλείται να δώσει ο γράφων, είναι
αν τελικά θα αφήσει τους ήρωες του να αποφασίσουν εκείνοι ή αν θα
ακολουθήσει αυστηρά αυτά που πρέπει να γίνουν. Κάποτε, μου είχε
πει μια συγγραφέας, πως το χειρότερο που μπορείς να κάνεις είναι να
αφήνεις τους ήρωες σου ελεύθερους. Όμως, για κάποιον λόγο, έμενα
μου αρέσει να το κάνω αυτό. Στο μόνο που δίνω εγώ την μάχη μου, για
να παραμείνει ως έχει, είναι το τέλος.

Κι αν η Αέναη Μάχη συνεχίζεται μέσα στον χρόνο, μέσα σε κάθε ψυχή
που αναζητά νόημα — ποιο θα έλεγες πως είναι το αληθινό τέλος της;
Η νίκη κάποιου, ή η συμφιλίωση των αντιθέτων;

Στο τέλος, υπάρχει μόνο μια δύσκολα αποδεκτά αλήθεια: δεν υπάρχει
τέλος! Γιατί κάθε φαινομενικά τελευταίο γεγονός πυροδοτεί την έναρξη
κάποιου άλλου. Οπότε, είναι αρχή ή τέλος; Και για να κάνω και λίγο
spoiler, χωρίς όμως να κάνω spoiler, θα σας πω την τελευταία φράση
από το τρίτο βιβλίο της Αέναης Μάχης, που είναι ένα ρητό του
Ηράκλειτου: «Ξυνόν γαρ αρχή και πέρας επί κύκλου περιφερείας».


Όταν τα λόγια σώπασαν, έμεινε μόνο ο ήχος των σταγόνων που έπεφταν απ’
τις καμάρες.
Το φως που έλουζε την Άννα άρχισε να απλώνεται, ώσπου η σκιά πίσω της
υποχώρησε — όχι σαν ηττημένη, αλλά σαν να παραχωρούσε τη θέση της σ’
ένα νέο ξημέρωμα.
Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω, στο σκοτάδι, κι εγώ ένα μπροστά, στο φως.
Για μια αναπνοή, σταθήκαμε στο ίδιο σημείο — στην τέλεια ισορροπία του
ενδιάμεσου.
Κι όταν ανέβηκα ξανά στην επιφάνεια, ο ήλιος έδυε.
Το φως δεν νικούσε το σκοτάδι, ούτε κι εκείνο το καταβρόχθιζε
απλώς εναλλάσσονταν, όπως το πνεύμα και η σκέψη μιας συγγραφέως που
γνωρίζει πως κάθε μάχη, ακόμα κι η αέναη, χρειάζεται και τα δύο για να
υπάρξει.