Αποφάσισα να γράψω το παρόν άρθρο καθώς η προχθεσινή μου ανάρτηση με μια εικόνα αναφορικά με τη «σύγκριση» του Tolkien και του Martin μαζί ένα σύντομο σχολιασμό, στο προφίλ μου στο Instagram, όχι μόνο έγινε «viral», αλλά πυροδότησε και έναν διάλογο ο οποίος προσέφερε διαφορετικές οπτικές στο εξής ερώτημα:
Για ποιο λόγο, ενώ ο Tolkien πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (και συγκεκριμένα στη μάχη του Somme), υιοθέτησε ένα λιγότερο ωμό στυλ αφήγησης και παρουσιάζοντας μια ιδεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων, όπου η φιλία, οι αξίες και η καλοσύνη γενικότερα φαίνεται να έχουν ηθικό προβάδισμα και κατά κανόνα ανταμείβονται από τη «θεία πρόνοια», ενώ ο Martin, ο οποίος δεν είχε είχε προσωπική εμπειρία σε κάποιο πολεμικό μέτωπο (ούτε πολέμησε στο Βιετνάμ), παρουσίασε ένα βίαιο έργο, με σκηνές ακραίων ωμοτήτων με ισχυρό shock factor, παρουσιάζοντας επίσης το γεγονός ότι οι χαρακτήρες που εμφορούνται από ηθικές αξίες πολλές φορές συναντούν χειρότερη τύχη από ότι οι αμοραλιστές συμπρωταγωνιστές τους.
Το ερώτημα που προέκυψε αβίαστα είναι εάν η φρίκη και η πραγματικότητα του πολέμου, έστρεψε τον Tolkien στο να αναζητήσει πνευματικό καταφύγιο στον κόσμο των ιδεών και των αξιών, ενώ η έλλειψη βίας και ανάλογων παραστάσεων, «φούντωσε» τη φαντασία του Martin, εμπνέοντάς τον να υιοθετήσει την ανάλογη αφηγηματική προσέγγιση.
Καταρχήν να πούμε ότι η διευκρίνιση αρχικά αφορούσε το τρόπο αφήγησης και όχι κάποιον «διαγωνισμό» για το ποιος παρουσιάζει περισσότερο αίμα και βία στις σελίδες των βιβλίων του.
Το ερώτημα όμως παραμένει:
Γιατί η βία του Tolkien συχνά μοιάζει λιγότερο ωμή, παρότι οι ιστορίες του είναι γεμάτες πόλεμο, θρήνο, ενδεχομένως και γεννοκτονίες, απώλεια και καταστροφή; Και γιατί ο Martin επιλέγει να φέρνει τον αναγνώστη τόσο κοντά στις συνέπειες της βίας;
Ο Tolkien είναι αλήθεια ότι υπηρέτησε στο βρετανικό στρατό κατά τη διάρκεια της μάχης των χαρακωμάτων, ίσως της πιο αιματηρής πολεμικής σύρραξης στην ιστορία της ανθρωπότητας, το 1916. Έχασε στενούς του φίλους και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αγγλία καθόσον η υγεία του δεν επέτρεπε πλέον να βρίσκεται στην ενεργό υπηρεσία. Η ιδέα ότι τα βιώματά του πέρασαν στο συγγραφικό του λόγο εν είδει αλληγορίας είναι ελκυστική, αλλά ο ίδιος απέρριπτε ρητά το σχήμα αυτό στο έργο του.
Βέβαια, είναι γεγονός ότι οι οι εμπειρίες ενός συγγραφέα, όπως και κάθε ανθρώπου, επηρεάζουν αναπόφευκτα τον τρόπο που ο ίδιος βλέπει τον κόσμο, τούτο όμως δε συνεπάγεται αυτομάτως ότι κάθε πολεμικό τοπίο της Μέσης Γης αποτελεί κρυφή μεταφορά του Somme στο έργο του. Ο ίδιος, ήρθε σε επαφή με μια έκφανση του πολέμου πολύ πολύ διαφορετική από τον ηρωικό πόλεμο των επών που ο μελετούσε για όλη του τη ζωή, έναν πόλεμο που πολλές φορές η ισχύς των όπλων δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη νίκη, για την οποία απαιτούνται ταυτόχρονα και άλλες αξίες. Τούτο έρχεται σε άμεση αντιδιαστολή με τα βιώματά του, καθώς όταν περιγράφει τις πολεμικές συρράξεις, σπανίως εστιάζει στις περιγραφικές λεπτομέρειες της φρίκης.
Βέβαια, ή Μέση Γ κάθε άλλο παρά ουτοπία είναι. Δεν είναι ο ειρηνικός ή «αγνός» κόσμος που θα πίστευε ο καθένας, όπου όλα είναι «συμμαζεμένα» και το κακό έχει λογοδοτήσει αμετάκλητα. Βλέπουμε σφαγές, βασανιστήρια, ακρωτηριασμούς, αδελφοκτονίες, αιχμαλωσίες, γενοκτονική βία, καταστροφή βασιλείων, αιμομιξίες και πολλά άλλα «ωραία». Το να αναφέρουμε παραδείγματα όπως ο Túrin και Nienor, τη σφαγή στο Alqualondë, την ιστορία του Celebrimbor, του Maedhros, κλπ είναι νομίζω περιττό. Η αλήθεια είναι ότι το Silmarillion είναι σε σημεία πολύ σκοτεινότερο από όσο θυμάται ο αναγνώστης που γνωρίζει μόνο τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών.
Η μεγάλη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο συγγραφέων, βρίσκεται στην αφηγηματική απόσταση. Ο Tolkien συχνά αφηγείται τη βία ως χρονικογράφος ή ως ποιητής των παλιών καιρών.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκεται στον λόγο του Théoden πριν από την έφοδο των Rohirrim στα Pelennor Fields. Η περίφημη αναφορά σε μια μέρα των σπαθιών «a sword-day, a red day» έχει γραφτεί στον ρυθμό της παλαιοαγγλικής παρηχητικής ποίησης, ενώ ο Tom Birkett έχει επισημάνει την έντονη ανάμνηση της Völuspá της Ποιητικής Έντα, όπου λίγο πριν από το Ragnarök αναγγέλλεται μια «εποχή πελέκεων, εποχή σπαθιών» κατά την οποία οι ασπίδες συντρίβονται και ο κόσμος οδηγείται στην καταστροφή. Η μάχη παρουσιάζεται έτσι μέσα από το λεξιλόγιο και τον ρυθμό της παλιάς ηρωικής ποίησης και Η βία αποκτά τη χρονική απόσταση του θρύλου.
Η Völuspá αναφέρει (στο παλαιοσκανδιναβικό κείμενο):
skeggöld, skálmöld,
skildir ro klofnir
vindöld, vargöld,
áðr veröld steypiz.
Δηλαδή περίπου:
Εποχή πελέκεων, εποχή σπαθιών,
οι ασπίδες συντρίβονται,
εποχή ανέμων, εποχή λύκων,
πριν καταρρεύσει ο κόσμος.
Μπορούμε να δούμε αμέσως τις αντιστοιχίες που σχηματίζονται:
Völuspá: skálmöld → «εποχή των σπαθιών»
Théoden: sword-day
Völuspá: skildir ro klofnir → «οι ασπίδες συντρίβονται»
Théoden: η εικόνα των ασπίδων που θρυμματίζονται
Völuspá: áðr veröld steypiz → «πριν καταρρεύσει ο κόσμος»
Théoden: η πορεία προς την καταστροφή και το τέλος του κόσμου.
Έτσι, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είναι διαφορετικό πράγμα η φρίκη, και διαφορετικό ζήτημα ο τρόπος απεικόνισής του.
Από την άλλη, ο Martin, φέρνει συχνά τον αναγνώστη κοντά σε σκηνές όπως η πείνα, οι ακρωτηριασμοί, οι λεηλασίες, η σεξουαλική βία, ο πόνος των αμάχων αλλά και οι συνέπειες μιας μάχης, αφού αυτή έχει τελειώσει.
Στα Riverlands για παράδειγμα, η προσοχή του Martin στρέφεται κατά συστηματικό τρόπο στις συνέπειες του πολέμου για όσους βρίσκονται έξω από το περιβάλλον των συμβουλίων και των βασιλέων. Χωριά λεηλατούνται. Σοδειές κατακαίγονται και άνθρωποι που κάποτε ήταν χωρικοί μετατρέπονται σε φυγάδες και ληστές εν μία νυκτί. Ο λόγος του Septon Meribald για τους «broken men» συμπυκνώνει αυτή την οπτική. Ο πόλεμος αρχίζει για λόγους τιμής, για λόγους κληρονομικής διαδοχής ή εξουσίας, ή πολύ απλά γιατί κάποιος που έχει την εξουσία είναι παράφρων, αλλά για τον απλό άνθρωπο καταλήγει συχνά σε καταστάσεις φρίκης, τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει. Η ηρωική εικόνα της μάχης υποχωρεί και στη θέση της εμφανίζονται οι άνθρωποι που καλούνται να ζήσουν με ό,τι άφησε πίσω της.
Η οπτική του Tolkien λοιπόν, βλέπει τον πόλεμο από μια απόσταση ενώ ο Martin εστιάζει περισσότερο στο ανώνυμο χωριό που πέρασε ο στρατός την προηγούμενη νύχτα και στον ανώνυμο πολίτη που υφίσταται τις συνέπειες αυτές.
Η συζήτηση που έγινε κάτω από την αρχική μου ανάρτηση, έδειξε ότι το ερώτημα μπορεί να διαβαστεί από αρκετές πλευρές. Κάποιοι είπαν ότι «παίζει ρόλο η προσωπική εμπειρία», κάτι που είναι απολύτως λογικό και θίχθηκε στην αρχική μου αναφορά. Οι εμπειρίες σαφώς και αποτελούν παράγοντα επιρροής ενός καλλιτέχνη αλλά από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει πειστικά τη μορφή που προσλαμβάνει ένα λογοτεχνικό έργο. Αν μη τι άλλο, στο έργο του Tolkien ενυπάρχει εντονότατη βία, αλλά η συγγραφική ωμότητα είναι μικρότερη. Ο συγγραφέας δηλαδή δεν αποκρύπτει την ίδια την ύπαρξη της βίας, απλά επιλέγει να το περάσει διαφορετικά στον αναγνώστη. Η διάκριση αυτή, λύνει ένα μεγάλο μέρος του φαινομενικού παραδόξου.
Επίσης, ο Tolkien και ο Martin, γράφουν ένα διαφορετικό είδος ιστορίας. Ο Tolkien αρχικά, γράφει ένα έπος, μια θρυλική διήγηση που προσομοιάζει στην ηρωική ποίηση της μεσαιωνικής φιλολογικής παράδοσης. O Martin από την άλλη, συγγράφει ένα είδος «ιστορικού» μυθιστορήματος χρησιμοποιώντας πολιτική αφήγηση και επιρροές από την σύγχρονη φανταστική λογοτεχνία. Η διαφορά αυτή, είναι που επηρεάζει το πού στέκεται η αφήγηση από την σκοπιά του δημιουργού.
Επίσης, και η ηθική ματιά των δύο συγγραφέων παρουσιάζει διαφοροποιήσεις. Ο Tolkien, ως κατεξοχήν υπέρμαχος της καθολικής πίστεως, πιστεύει ισχυρά σε έννοιες όπως το έλεος, η θυσία, η πτώση και η μετάνοια, η ελπίδακ αι το κακό ως διαφθορέας του πρότερου καλού. Ο ίδιος άλλωστε χαρακτήρισε τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ως έργο κατά βάσιν θρησκευτικό και καθολικό.
Στον αντίποδα, ο Martin στον έργο του δεν εγγυάται ότι κάποιος αρακτήρας θα επιβιώσει απαραίτητα λόγω των αξιών του. Η αρετή δεν εγγυάται επιβίωση και μία έντιμη επιλογή μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες. Παρ’ όλα αυτά, η αρετή εξακολουθεί να έχει αξία, όπως μπορούμε να δούμε κάλλιστα και σε χαρακτήρες όπως ο Ned Stark, o Ser Davos, και η Brienne of Tarth. Ένας φίλος μάλιστα σχολίασε ότι «οι απόκληροι θα κυβερνήσουν τον κόσμο», που είναι μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση του έργου του Martin.
Κάπου εδώ να διορθώσουμε μια παρανόηση. Η Μέση- Γη δεν είναι ιδανικός κόσμος, δεν είναι ο παράδεισός επί γης όπως νομίζουν μερικοί. Η νίκη στο κόσμο του Tolkien, έχει κόστος. Τα Ξωτικά φεύγουν οσριτικά και αμετάκλητα, η μαγεία αποχωρεί, ο Frodo τραυματίζεται ανεπανόρθωτα τόσο σωματικά όσι και ψυχικά και η Τρίτη Εποχή τελειώνει.
Η Μέση – Γη βιώνει την απώλεια σε έντονο βαθμό, σχεδόν τραγικό. Μέσα σε αυτή την παρακμή παραμένει όμως μια ακτίνα ελπίδας. Στο The Fellowship of the Ring, όταν ο Frodo εύχεται να μην είχε ζήσει σε τόσο σκοτεινούς καιρούς, ο Gandalf του απαντά με τρόπο στωικό αλλά και γλυκύ:
«Το μόνο που έχουμε να αποφασίσουμε είναι τι θα κάνουμε με τον χρόνο που μας έχει δοθεί».
Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια βασική στάση του Tolkien απέναντι στη δυσκολία και στην απώλεια. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει πάντοτε την εποχή στην οποία θα ζήσει, διατηρεί όμως την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο θα σταθεί απέναντί της.
Μια συγγενική ιδέα εμφανίζεται στην κινηματογραφική Επιστροφή του Βασιλιά, στη σκηνή όπου ο Gandalf μιλά στον Pippin για τον θάνατο:
«Ο θάνατος είναι απλώς ένας ακόμη δρόμος, ένας δρόμος που όλοι πρέπει να πάρουμε».
Η συγκεκριμένη διατύπωση ανήκει στην κινηματογραφική διασκευή. Δεν υπάρχει αυτούσια στο μυθιστόρημα, παρ’ όλα αυτά, αποδίδει εύστοχα μια ιδέα που βρίσκεται κοντά στην τολκινική θεώρηση του θανάτου ως περάσματος και της ελπίδας ως δύναμης που επιμένει ακόμη και μέσα στην απώλεια και συνδέεται άμεσα με την όλη στάση και φιλοσοφία του Tolkien ως δημιουργού και ως ανθρώπου.
Ως καταληκτικές παρατηρήσεις, μπορούμε να σημειώσουμε ότι αναμφισβήτητα η προσωπική εμπειρία του πολέμου είναι ένας παράγων σημαντικός. Όμως, η λογοτεχνική παράδοση, η αφηγηματική απόσταση και η ηθική θεώρηση εξηγούν πολύ περισσότερα.
Το ερώτημα που θα πρέπει να θέσουμε, είναι όχι ποιος από τους δύο συγγραφείς υιοθετεί την βία ως κινητήριο μοχλό της αφήγησης και ποιος από τους δύο την εργαλειοποιεί περισσότερο, αλλά σε ποιο σημείο ζητά τον αναγνώστη να σταθεί, όταν αυτή συμβαίνει .
Στον Tolkien, ο συγγραφέας μας τοποθετεί να βλέπουμε τη μάχη ως μέρος ενός θρύλου.
Ο Martin μας ζητά συχνά να μείνουμε πίσω και να δούμε τον απλό άνθρωπο όταν η μάχη έχει τελειώσει, και να αναρωτηθούμε ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό.
Και αν η σύγκριση Tolkien–Martin γεννά τόσες διαφορετικές αναγνώσεις, παρ’ όλο που εξ όσων γνωρίζω, ο Martin δεν έχει κατηγορήσει ή καταφερθεί ευθέως εναντίον του Tolkien, παρά έχει εκφράσει κάποιες αντίθετες απόψεις για την αφηγηματική εξέλιξη ορισμένων χαρακτήρων, όπως ο Gandalf….
Τι γίνεται στη περίπτωση του Michael Moorcock, δημιουργού του Elric του Μελνιμπονέ;
Εκεί, η σύγκριση Tolkien–Moorcock γίνεται ακόμη πιο εκρηκτική, καθώς η διαφωνία ήταν και προσωπική.
Αυτά όμως είναι μια άλλη ιστορία, όπως έλεγε και ο χρονικογράφος του Conan….
Έως την επόμενη φορά!