Skip to main content
Λιού Σίτσιν, Ένας Τρόπος να Γνωρίσεις το Σύμπαν της Αντωνίας Τρικαλιώτη

Έμαθα τον Λιού Σίτσιν (Liu Cixin), όπως υποθέτω και πολλοί άλλοι, μέσω της σειράς του Netflix «Το πρόβλημα των τριών σωμάτων». Αφού καταβρόχθισα τον πρώτο κύκλο σε δυο μέρες, έσπευσα να παραγγείλω την τριλογία όπου βασίζεται, και να μην το πάω συντηρητικά, παίρνοντας ένα – ένα τα τρία βιβλία, καθώς ήμουν σίγουρη πως με την προβολή τής σειράς θα σπεύσουν όλοι να τα αγοράσουν, θα εξαντληθούν και ότι δε θα μπορώ να τα βρω άμεσα. Απ’ ό,τι φάνηκε δεν αισθάνθηκαν όλοι έτσι, η αντίδρασή μου όμως είναι ενδεικτική τού πόσο θεώρησα ότι μου πάει αυτή η ιστορία, που περιέχει ακριβώς όλα τα στοιχεία που προτιμάω· επιστήμη, φαντασία, διάστημα, εξωγήινους, video games.  

            Πριν μιλήσω για την τριλογία και τον πολυβραβευμένο συγγραφέα της, πρέπει να αναφέρω πως διάβασα την τριλογία στα ελληνικά από τις εκδόσεις Sελίνι. Όπως συμβαίνει με την αγορά ενός αυτοκινήτου από τρίτο χέρι, κάτι αντίστοιχο ισχύει συνήθως και με τη μετάφραση από τρίτο χέρι. Κάτι χάθηκε στη μετάφραση από τα Κινεζικά στα Αγγλικά, και κάτι επιπλέον από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. Κι ενώ η μεταφορά στα αγγλικά έγινε με τη συνεργασία του γιού του Σίτσιν, πιθανώς και με την εμπλοκή του ίδιου του συγγραφέα, που διασφαλίζει, ως έναν βαθμό, τη διατήρηση του ύφους· η ελληνική μετάφραση δε μου φάνηκε καθόλου προσεγμένη, σε σημείο που στο δεύτερο βιβλίο, «Το Σκοτεινό Δάσος», νιώθω πως μπερδεύονται τα πρόσωπα, το ποιος μιλάει σε ποιον, σε ποιανού το σπίτι βρίσκονται, καθώς στη μετάφραση δεν αρκεί ο άριστος χειρισμός των γλωσσών, αλλά να έχεις εμβαθύνει και να κατανοείς πλήρως μια τόσο σύνθετη ιστορία.

Για να αποφύγω το πρόβλημα της μετάφρασης, διάβασα στη συνέχεια τη συλλογή των διηγημάτων του Σίτσιν «Η περιπλανώμενη Γη» στα αγγλικά από τις εκδόσεις Head of Zeus. Εδώ διέκρινα περισσότερο το ύφος και τον χαρακτήρα γραφής του συγγραφέα· οι ιστορίες ήταν χωρίς ασάφειες και εμφανή λάθη, όμως η επιστημονική ορολογία και θεωρίες που χρησιμοποιεί ο Σίτσιν, κάνουν την ανάγνωση πιο κουραστική και χρονοβόρα, και σίγουρα κατάλαβα τις θεωρίες με λιγότερη ακρίβεια, απ’ όσο θα τις κατανοούσα στη μητρική μου γλώσσα. Επομένως, δεν υπάρχει η ιδανική απάντηση στο ποια μετάφραση να προτιμήσει κανείς· κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις και στις δύο περιπτώσεις.

Τι μπορεί να πει κανείς για την τριλογία! Δεκάδες ιδιοφυείς και αξιοζήλευτες ιδέες, συνδεδεμένες τόσο καλά με την υπάρχουσα επιστήμη και τη δυνητική εξέλιξή της, που σε κάνουν να πιστεύεις πως όλα όσα εξιστορεί μπορούν να συμβούν. Απόδειξη πως μελέτησε και δούλεψε σκληρά για τη συγγραφή. Φοβερή εικονοπλασία· και για τις πιο δυσνόητες επιστημονικές θεωρίες η αφήγηση δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να δημιουργήσει μια ξεκάθαρη εικόνα (ακόμη και για το πώς ξεδιπλώνεται ένα πρωτόνιο), βοηθώντας την κατανόηση, το να μην αφαιρεθείς, και ευνοώντας τις πολλές διαφορετικές μεταφορές στην οθόνη. Δράση που δε σου επιτρέπει να σηκώσεις τα μάτια σου από τις σχεδόν 2000 σελίδες, μ’ έναν γερό γάντζο που σου καρφώνει νωρίς, για την επερχόμενη (σε τετρακόσια χρονάκια) άφιξη των εξωγήινων Τρισηλιανών, και το πώς η ανθρωπότητα θα προετοιμαστεί γι’ αυτό.  

Το πρώτο βιβλίο «Το πρόβλημα των τριών σωμάτων» μας εισάγει τόσο στις ευφάνταστες ιδέες του συγγραφέα, που κέρδισε έτσι άμεσα τον θαυμασμό μου, όσο και στην Κινεζική λογοτεχνία, που σε μένα, αν και στα Ελληνικά, ακουγόταν όντως Κινέζικη. Πολλοί χαρακτήρες, που άλλοτε τους αποκαλούσαν με το ονοματεπώνυμό τους, μόνο με το όνομα ή με το επώνυμο (που παρεμπιπτόντως για τα δικά μας αυτιά είναι παρεμφερή), με το παρατσούκλι, θείε (τους ηλικιωμένους), ή μικρέ ανάλογα· είναι πραγματικά άθλος να καταλαβαίνεις ποιος είναι ποιος. Με βοήθησε το ότι είχα δει την αμερικανική σειρά, γιατί αν και οι χαρακτήρες, τα ονόματα, ενίοτε και το φύλο τους (κρατήστε το αυτό) ήταν διαφορετικά, μπορούσα κάπως να αντιστοιχίζω τους ρόλους και να μη χαθώ.

Το δεύτερο βιβλίο «Το σκοτεινό δάσος» αναπτύσσει, ανάμεσα σε άλλα, την ομώνυμη θεωρία, βασισμένη στο παράδοξο του Φερμί, που με δυο λόγια είναι «αν υπάρχουν εξωγήινοι γιατί δεν έχουμε συναντηθεί;». Ενώ πραγματεύεται μία τόσο γοητευτική θεωρία, και παράλληλα συνεχίζει με την εξιστόρηση της προετοιμασίας των Γήινων για την επικείμενη συνάντηση, κάπου βαρέθηκα, ίσως όμως ευθύνεται μόνο η ανυπομονησία μου για τη συνάντηση με τους Τρισηλιανούς, αφού για πολλούς αναγνώστες το δεύτερο βιβλίο ήταν το αγαπημένο τους.

Τελειώνοντας γρήγορα με τα δύο πρώτα, μπήκα στο τρίτο και εκτενέστερο· «Το τέλος του θανάτου». Να σημειώσω εδώ πως δεν είμαι βιβλιοφάγος. Τα περισσότερα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου είναι μισοδιαβασμένα, εκτός κάποιων αγαπημένων εξαιρέσεων, όταν κάποιο βιβλίο το βαρεθώ, ή για κάποιο λόγο με χαλάσει, πλέον το εγκαταλείπω χωρίς τύψεις. «Το τέλος του θανάτου» ήταν, με μία λέξη, εθιστικό. Ό,τι κι αν έκανα, ακόμη και πέντε λεπτά κενό να είχα, διάβαζα. Πέρα από την αγωνία για τη συνάντηση και τα γεγονότα της, ο Σίτσιν μας χαρίζει κι εδώ νέες ενδιαφέρουσες ιδέες και θεωρίες, που ομολογουμένως τις διαθέτει με το τσουβάλι, όταν άλλοι συγγραφείς ψάχνουν να βρουν αυτή τη μία καλή ιδέα για να χτίσουν πάνω σε αυτή το μυθιστόρημά τους ή ακόμη και μια ολόκληρη τριλογία.

Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι, γιατί «καταναλώνει» τόσες πολλές σπουδαίες πρωτότυπες ιδέες σε ένα έργο, και δε φυλάγει κάποιες για επόμενα. Η απάντηση συνάδει με το τέλος της τριλογίας, όπως το μαρτυράει ο τίτλος της, αλλά και το οπισθόφυλλο. Ο Σίτσιν θέλει να πει όλες τις ιστορίες και όλη την ιστορία του κόσμου μας ως το απόλυτο τέλος. Κι ενώ η τριλογία ασχολείται με τη συνάντηση με τους Τρισηλιανούς, ο συγγραφέας αδυνατεί να κλείσει την αφήγηση με τα γεγονότα της συνάντησης, όσα την ακολούθησαν, και τη σχέση Γήινων και Τρισηλιανών, θέλει πραγματικά να τελειώσει την ιστορία του σύμπαντός μας. Δείχνει μία συμπεριφορά στα όρια της εμμονής, που κολλάει απόλυτα με την ευφυία του, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη συμπερίληψη όλων των ιδεών του. Δεν παύει, όμως, να είναι, κατά την άποψή μου αδυναμία, το να μη γνωρίζεις πού τελειώνει η ιστορία σου, καθώς τα δύο πρώτα βιβλία και τα 4/5 του τρίτου ασχολούνται με αυτή τη συνάντηση, δεν μπορεί το τελευταίο 1/5 του να μας λέει την υπόλοιπη ιστορία του σύμπαντος ως το απόλυτο τέλος. Δε θέλω να τη μάθω, κάνε μια άλλη τριλογία με αυτό το ζήτημα.

Τα «παράπονά» μου για τον Σίτσιν δυστυχώς δεν τελειώνουν εδώ. Ίσως έχω παράπονα ακριβώς επειδή τον λατρεύω. Καθώς διάβαζα την τριλογία παρατηρούσα πως οι ηρωικοί γενναίοι εξερευνητές είναι πάντα άντρες. Οι γυναικείοι χαρακτήρες περιορίζονται σε ρόλους υποστηρικτικούς προς τους γενναίους άντρες, είναι οι υπομονετικές πανέμορφες σύζυγοι, ή όταν τις δίνει σημαντικό ρόλο, είναι αυτές που θέλουν να καταστρέψουν την ανθρωπότητα. Αυτό δεν ισχύει στην Αμερικάνικη σειρά, εκεί έχουν δώσει έναν σημαντικό ηρωικό ρόλο σε γυναίκα, πράγμα που επιβεβαιώνει πως δε φάνηκε μόνο σε μένα λάθος η διανομή. Μέσα σε αυτόν τον σεξισμό, υπάρχουν και στοιχεία ομοφοβίας. Ο ενθουσιασμός μου για την τριλογία ήταν τόσο μεγάλος, που επέλεξα να θεωρήσω τυχαίο αυτό το μοτίβο στις 2000 σελίδες και στις πολλές δεκάδες ηρώων.

Μέχρι τη στιγμή που πήρα τη συλλογή διηγημάτων της Περιπλανώμενης Γης, όπου ο σεξισμός επαναλαμβάνεται έντονα σε κάθε διαφορετικό διήγημα, με τρόπο που δεν μπορούσα να συνεχίσω να τον αγνοώ, κι η συλλογή έχει μπει από πέρυσι στη στοίβα με τα μισοδιαβασμένα. Τα διηγήματα αυτά προηγήθηκαν της τριλογίας, και όλες οι ιδέες τους έχουν μεταφερθεί στην τριλογία. Είναι πραγματικά σπουδαίες ιδέες, που θα ήταν κρίμα να χαραμιστούν στα διηγήματα, όμως θα προτιμούσα να πιστέψω στη μαγεία, πως όλες αυτές ήταν πρωτότυπες ιδέες για την τριλογία. Ο Λιού Σίτσιν έχει καταφέρει να με μπερδέψει, από τη μία υποκλίνομαι στις ιδέες, την προοικονομία και την εικονοπλασία του, και από την άλλη απορρίπτω τον σεξισμό του που δεν μπορώ να τον αποδώσω μόνο στην καταγωγή και την ηλικία του, και την ευρεία αναπαραγωγή τέτοιων απαράδεκτων στερεοτύπων

Αντωνία Τρικαλιώτη

Αντωνία Τρικαλιώτη
Αντωνία Τρικαλιώτη

Η Αντωνία Τρικαλιώτη γεννήθηκε στη Λάρισα το 1981. Είναι οικονομολόγος με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στα πληροφοριακά συστήματα. Έχει εργαστεί στην τοπική αυτοδιοίκηση και ως επιστημονική συνεργάτιδα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Ο θεατρικός της μονόλογος «Το κορίτσι κι η αλεπού» διακρίθηκε το 2024, με την τρίτη θέση, στον 8ο Πανελλήνιο διαγωνισμό συγγραφής πρωτότυπου θεατρικού έργου, της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος, στην κατηγορία του μονόπρακτου. Ενώ δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά με το Συνεργείο Μουσικού Θεάτρου.

Ενώ πρόσφατα κατέκτησε το 2ο βραβείο everly επιστημονικής φαντασίας Έλληνα συγγραφέα για το 2024 με το μυθιστόρημά της Η Συνέχεια
Είναι ανάπηρη ακτιβίστρια, συνιδρύτρια του Οργανισμού Ανεξάρτητης Διαβίωσης Ελλάδας i-living και μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανεξάρτητης Διαβίωσης. Επί σειρά ετών, συμβάλει εθελοντικά ως επιστημονικά υπεύθυνη ή ως μέλος ομάδων εργασίας των περιφερειών, των υπουργιών, του ευρωπαϊκού δικτύου και του ΟΗΕ, συνδιαμορφώνοντας στρατηγικές για τα δικαιώματα των αναπήρων ατόμων με πλούσια σχετική αρθρογραφία.