Οι θεοί ως δικαστές
Στη σκανδιναβική μυθολογία οι θεοί κάθονται στα λεγόμενα «έδρανα κρίσης», συσκέπτονται και αποφασίζουν συλλογικά, με τρόπο που θυμίζει τη λειτουργία της ανθρώπινης συνέλευσης (þing). Η Βολουσπά (Völuspá, «Η Προφητεία της Βόλβας»), το σπουδαιότερο ίσως ποίημα της Ποιητικής Έδδας (της παλαιότερης συλλογής μυθολογικών και ηρωικών ποιημάτων σε αρχαία σκανδιναβική γλώσσα – αρχαία νορβηγική-ισλανδική), παρουσιάζει τους Άεζιρ να συγκεντρώνονται στα rökstóla (τα «έδρανα της μοίρας» ή «της κρίσης») για να συσκεφτούν και να κρίνουν. Ο ποιητής μεταφέρει στον κόσμο των θεών τη δομή που γνώριζε από τις ανθρώπινες κοινότητες, και έτσι η θεϊκή σύναξη λειτουργεί ως μυθική αναλογία της γήινης συνέλευσης.
Στη συγκεκριμένη διαδικασία, ξεχωρίζει ο Φορσέτι (Forseti), γιος του Μπάλντερ και της Νάννα, το όνομά του οποίου σημαίνει στα αρχαία σκανδιναβικά «αυτός που προεδρεύει», συγγενές του αρχαιοαγγλικού foresittan («προεδρεύω») και του σύγχρονου γερμανικού Vorsitz («προεδρία»). Ο θεός αυτός λοιπόν ενσαρκώνει, ήδη από το όνομά του, τον ιδεατό πρόεδρο μιας δικαστικής συνέλευσης. Στη στροφή 15 του Γκρίμνισμαλ (Grímnismál, Ποιητική Έδδα), η κατοικία του, το Γκλίτνιρ (Glitnir, «αυτό που λάμπει»), περιγράφεται ως μεγαλοπρεπής αίθουσα με χρυσούς πυλώνες και ασημένια οροφή, όπου ο Φορσέτι περνά τις μέρες του «σβήνοντας κάθε διαφορά». Στην Πεζή Έδδα (Snorra Edda-δηλαδή την Έδδα του Σνόρρι), τη μεταγενέστερη πεζογραφική επεξεργασία που συνέγραψε ο Σνόρρι Στούρλουσον τον 13ο αιώνα, η εικόνα συμπληρώνεται. Στο Γκύλφαγκίνινγκ (Gylfaginning, «Η Αυταπάτη του Γκύλφι», κεφ. 32), ο Σνόρρι γράφει ότι το Γκλίτνιρ είναι «ο καλύτερος τόπος κρίσης ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους» και ότι «όσοι έρχονται σ’ αυτόν με δικαστικές διαφορές αναχωρούν απολύτως συμφιλιωμένοι». Η εικόνα θυμίζει κάτι πολύ συγκεκριμένο, ένα πρόσωπο που κατέχει τη γνώση και την εξουσία να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη μέσα από τον λόγο.
Δίπλα στον Φορσέτι, ο Τυρ (Týr) συνδέεται και αυτός με την έννοια της δικαιοσύνης, αν και αυτή η σύνδεσή του βασίζεται κυρίως σε ετυμολογικά επιχειρήματα και σε παράπλευρες πηγές. Οι Έδδες τον παρουσιάζουν πρωτίστως ως πολεμιστή. Η γνωστότερη αφήγηση, η δέσμευση του λύκου Φένριρ (Fenrir), έχει ερμηνευτεί από ορισμένους μελετητές ως αλληγορία δικονομικής δέσμευσης, καθώς ο Τυρ εγγυάται προσωπικά με τη θυσία του χεριού του, το οποίο προσφέρει ως ενέχυρο τρόπον τινά αν θέλουμε να αναφερθούμε και στις σύγχρονες νομικές έννοιες. Πρόκειται λοιπόν για σύγχρονη ερμηνεία και όχι για κάτι που οι πηγές δηλώνουν ρητά. Επιπλέον, η σύνδεσή του Τυρ με τη δικαστική συνέλευση τεκμηριώνεται από λατινική επιγραφή του 3ου αιώνα στο Housesteads (Vercovicium) του Τείχους του Αδριανού, όπου αποκαλείται Mars Thincsus, δηλαδή «Άρης του Thing», ο θεός-πολεμιστής που προστατεύει τη συνέλευση
Οι Έδδες, λοιπόν, δεν αναφέρουν νομομαθείς. Κατασκευάζουν έναν μυθολογικό κόσμο που αντλεί τα σχήματά του από τους νομικούς θεσμούς της κοινότητας. Οι θεοί συνεδριάζουν σε thing, ο Φορσέτι δικάζει, ο Τυρ δεσμεύεται με όρκο. Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις, η σκανδιναβική παράδοση κατέγραφε σε μυθική γλώσσα τρεις αρχές, ήτοι τη γνώση του δικαίου, την τήρηση της διαδικασίας (due process) και τη συλλογική κρίση. Οι ίδιες αρχές στήριζαν, στον πραγματικό κόσμο, έναν θεσμό που διαπερνά ολόκληρη τη σκανδιναβική ιστορία: To θεσμό του «ανθρώπου του νόμου», ή αλλιώς τον νομομαθή.
Ο νομομαθής: θεσμός, λειτουργία, τοπικές παραλλαγές
Στις σκανδιναβικές κοινωνίες του Μεσαίωνα ο θεσμός αυτός αποδίδεται στα αγγλικά συνήθως ως lawspeaker (για τον ισλανδικό lögsögumaðr) ή lawman (για τον σουηδικό lagman και τον νορβηγικό lagmann). Πρόκειται για τον νομομαθή, δηλαδή το πρόσωπο που γνώριζε σε βάθος το εθιμικό δίκαιο μιας κοινότητας και αναλάμβανε να το διατηρεί ζωντανό μέσα από τον προφορικό λόγο. Ο θεσμός εμφανίζεται σε τρεις βασικές μορφές ανάλογα με τον τόπο: στην Ισλανδία συναντάμε τον lögsögumaðr (κατά λέξη «ο άνδρας που λέει τον νόμο»), στη Σουηδία τον lagman και στη Νορβηγία τον lagmann. Παρά τις τοπικές διαφορές, ο πυρήνας του ρόλου παρέμενε κοινός: ο νομομαθής κατείχε μια μορφή εξουσίας που πήγαζε από τη γνώση του δικαίου, από την ικανότητά του να χειρίζεται τη δικαστική διαδικασία και από το κύρος του ρόλου που του αναγνωρίζονταν από την κοινότητα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Σνόρρι Στούρλουσον, ο συγγραφέας της Πεζής Έδδας, υπηρέτησε ο ίδιος ως lögsögumaðr στο Άλθινγκ δύο φορές (1215-1218 και 1222-1231). Ο άνθρωπος που κωδικοποίησε τη νορβηγική μυθολογία κατείχε ταυτόχρονα τον θεσμικό ρόλο του φύλακα του δικαίου. Η σύμπτωση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς καταδεικνύει το πόσο βαθιά συνδεδεμένη ήταν η μυθολογική γνώση με τη νομική παράδοση στην ισλανδική κοινωνία.
Ο πιο γνωστός από τους νομομαθείς είναι ο ισλανδικός lögsögumaðr, και αυτό διότι οι πηγές που διαθέτουμε αναφέρονται περισσότερο σε αυτόν. Σύμφωνα με τον ιστορικό Άρι Θόργκιλσον (Ari Thorgilsson, 12ος αιώνας), οι πρώτοι ισλανδικοί νόμοι προέρχονταν από τη Νορβηγία: κατά τη δεκαετία του 920, ένας άνδρας με το όνομα Ούλφλιοτρ (Úlfljótr) μελέτησε τους νόμους του Γκουλάθινγκ (Gulaþing), τους προσάρμοσε στις ισλανδικές συνθήκες και τους έφερε στο νησί (δέον να λεχθεί ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει εκφράσει επιφυλάξεις για τον βαθμό στον οποίο η αφήγηση του Άρι αντανακλά πιστά τα γεγονότα ή υπερτονίζει τη νορβηγική επιρροή). Από αυτή τη βάση προέκυψε η ίδρυση του Άλθινγκ (Alþingi) γύρω στο 930 μ.Χ., ήτοι της γενικής συνέλευσης που λειτουργούσε ως ανώτατο νομοθετικό και δικαστικό σώμα κατά την περίοδο της ισλανδικής Κοινοπολιτείας (930-1262 μ.Χ. περίπου). Ο θεσμός του νομομαθούς, ήταν συνδεδεμένος οργανικά με αυτόν τον θεσμό. Η συνέλευση συνεδρίαζε κάθε καλοκαίρι στο Θίνγκβελλιρ (Þingvellir), και ο νομομαθής εκφωνούσε τον νόμο από ένα βραχώδες ύψωμα γνωστό ως Λέγκμπεργκ (Lögberg, δηλαδή «Βράχος του Νόμου»). Εκεί, μπροστά στο σύνολο των παρευρισκόμενων, απήγγελλε τμήματα του εθιμικού δικαίου ώστε η κοινότητα να τα θυμάται και να τον διατηρεί στη συλλογική μνήμη μέσω της προφορικής παράδοσης. Η σκηνή θυμίζει τον Φορσέτι στο Γκλίτνιρ: ένα πρόσωπο κύρους, ευρισκόμενο σε κεντρική θέση, που μέσα από τον λόγο του εγγυάται την εφαρμογή της δικαιοσύνης.
Η πρακτική αυτή, μόνο συμβολική δεν ήταν. Σε μια εποχή κατά την οποία ο νόμος δεν ήταν ακόμη καταγεγραμμένος σε γραπτά κείμενα, η μνήμη του νομομαθή αποτελούσε το μόνο αξιόπιστο αποθετήριο των κανόνων αλλά και το σημείο αναφοράς στις υποθέσεις στις οποίες καλούνταν να γνωμοδοτήσει. Η νομική συλλογή γνωστή ως Γκράουγκάους (Grágás, κατά λέξη «Γκρίζα Χήνα», ονομασία αβέβαιης ετυμολογίας που αποδόθηκε στους ισλανδικούς νόμους κατά τον 16ο αιώνα) διασώζει την πληροφορία ότι ο νομομαθής όφειλε να απαγγέλλει κάθε χρόνο ένα τμήμα του νόμου, ώστε μέσα σε τρία χρόνια να έχει καλυφθεί ολόκληρο το σώμα της νομοθεσίας. Το Grágás αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή για το δίκαιο της ισλανδικής Κοινοπολιτείας και διασώζεται σε χειρόγραφα του 13ου αιώνα, αν και αντικατοπτρίζει νομικές πρακτικές παλαιότερων αιώνων.
Ο ρόλος του νομομαθή δεν περιοριζόταν στην εκφώνηση κανόνων. Στην πράξη, ήταν αυτός που κατεύθυνε κρίσιμα στάδια της συνέλευσης, επέβλεπε τη σωστή τήρηση της δικαστικής διαδικασίας και γνωμοδοτούσε όταν κάποιος κανόνας ήταν ασαφής ή αμφισβητούμενος. Οι ισλανδικές σάγκες τον τοποθετούν συχνά στο κέντρο σφοδρών αντιπαραθέσεων, γιατί σε μια κοινωνία χωρίς κεντρική αστυνομική δύναμη, δηλαδή τον εκτελεστικό βραχίονα της αντίστοιχης εξουσίας, η σωστή διατύπωση μιας αγωγής (αξίωσης), η τήρηση του χρονοδιαγράμματος, η ακριβής μορφή του όρκου και η επιλογή του κατάλληλου δικαστικού σώματος μπορούσαν να καθορίσουν αν κάποιος θα δικαιωνόταν ή αν θα κηρυσσόταν έκνομος (útlagr)[1]. Η εκτός νόμου κατάσταση, δηλαδή η αποβολή κάποιου από την προστασία της κοινότητας, αποτελούσε μια από τις βαρύτερες κυρώσεις στον σκανδιναβικό κόσμο, γιατί σήμαινε ότι ο καταδικασμένος δεν μπορούσε πλέον να δεχτεί βοήθεια ή στέγη από κανέναν χωρίς αυτός να διακινδυνεύσει με τη σειρά του.
Στη Σουηδία ο αντίστοιχος θεσμός, ο lagman, εμφανίζεται μέσα στους λεγόμενους επαρχιακούς νόμους (landskapslagar), δηλαδή τις νομικές συλλογές που κωδικοποιούσαν το εθιμικό δίκαιο κάθε περιφέρειας. Ο lagman λειτουργούσε ως επικεφαλής δικαστής σε επαρχιακό επίπεδο. Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς η σουηδική μοναρχία ενίσχυε τη θέση της κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, ο lagman ενσωματώθηκε σταδιακά στον μηχανισμό της κεντρικής εξουσίας. Αυτό σήμαινε ότι ένας θεσμός που αρχικά εκπροσωπούσε τη γνώση και τη βούληση της τοπικής κοινότητας μεταβλήθηκε σε αξίωμα περισσότερο εξαρτημένο από τον βασιλιά.
Στη Νορβηγία βλέπουμε παρόμοια εικόνα. Ο lagmann δρούσε μέσα στο πλαίσιο των τοπικών συνελεύσεων, των λεγόμενων thing (þing), αυτών των ίδιων συνελεύσεων που η Völuspá προβάλλει στον κόσμο των θεών. Τα thing ήταν τα σώματα στα οποία οι ελεύθεροι άνδρες της κοινότητας συγκεντρώνονταν για να κρίνουν διαφορές, να θεσπίσουν κανόνες και να λάβουν συλλογικές αποφάσεις. Από τις παλαιότερες νορβηγικές νομοθετικές συλλογές, όπως ο Νόμος του Γκουλάθινγκ (Gulaþingslög) και ο Νόμος του Φρόσταθινγκ (Frostuþingslög), προκύπτει ότι η δικαστική τάξη στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στη συμμετοχή της κοινότητας. Οι κυρώσεις, και ιδίως η κήρυξη κάποιου ως έκνομου, απαιτούσαν τη συλλογική συναίνεση και εφαρμογή. Ο lagmann, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κατείχε τη θέση εκείνη που εγγυόταν ότι η διαδικασία θα ακολουθούσε τους κανόνες.
Εξουσία, ισορροπία και κατάρρευση
Η σύγχρονη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όπως τη διατύπωσε ο Μοντεσκιέ τον 18ο αιώνα, προϋποθέτει γραπτό σύνταγμα και τυπική κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Κάτι τέτοιο δεν υπήρχε στις σκανδιναβικές κοινωνίες του Μεσαίωνα, αυτό που υπήρχε όμως, και μάλιστα σε αρκετά ανεπτυγμένη μορφή, ήταν μια λειτουργική διαφοροποίηση ρόλων που στην πράξη λειτουργούσε ως σύστημα αμοιβαίων αντιβάρων.
Η ισλανδική Κοινοπολιτεία παρουσιάζει την πιο καθαρή εικόνα αυτής της διαφοροποίησης, ακριβώς επειδή δεν υπήρχε βασιλιάς. Η εξουσία ήταν κατανεμημένη σε τέσσερις διακριτούς θεσμικούς πόλους. Ο lögsögumaðr κατείχε τη νομική γνώση, ερμήνευε τους κανόνες και προήδρευε κρίσιμων σταδίων της συνέλευσης. Δεν διέθετε ένοπλη δύναμη και δεν μπορούσε να επιβάλει αποφάσεις, ούτε προβλέπονταν διαδικασίες «αναγκαστικής εκτέλεσης» κατά τη σύγχρονη πολιτική δικονομία. Οι γκόδαρ (goðar, οι αρχηγοί-ιερείς, ενικός goði) συγκέντρωναν την πολιτική ισχύ. Κάθε γκόδι διατηρούσε δεσμούς με τους θίνγκμεν (þingmenn), δηλαδή τους ελεύθερους ανθρώπους που επέλεγαν να τον ακολουθούν, και ήταν αυτός που στην πράξη μπορούσε να εκτελέσει μια δικαστική απόφαση ή να αναλάβει ένοπλη δράση. Η Λεγκρέττα (Lögrétta), το νομοθετικό συμβούλιο, αποτελούνταν αρχικά από 39 γκόδαρ και τους συμβούλους τους. Η τετραμερής μεταρρύθμιση της δεκαετίας του 960 πρόσθεσε 9 νέους γκόδαρ (τρεις σε κάθε τεταρτημόριο εκτός του βόρειου, για εξισορρόπηση), φτάνοντας τους 48. Οι πρόσθετοι είχαν ψήφο στη Λεγκρέττα αλλά περιορισμένες δικαστικές αρμοδιότητες: δεν μπορούσαν να διορίζουν δικαστές στα τεταρτημοριακά δικαστήρια. Η Λεγκρέττα ήταν το σώμα που ενέκρινε, τροποποιούσε ή καταργούσε νόμους. Τέλος, τα δικαστήρια (dómar) εκδίκαζαν τις υποθέσεις. Τα τεταρτημοριακά δικαστήρια (fjórðungsdómur) αποτελούσαν τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας στο Άλθινγκ: υπήρχε ένα για κάθε ένα από τα τέσσερα γεωγραφικά τεταρτημόρια της Ισλανδίας (βόρειο, νότιο, ανατολικό, δυτικό), στελεχωμένο από 36 δικαστές που διόριζαν οι γκόδαρ του αντίστοιχου τεταρτημορίου. Οι αποφάσεις απαιτούσαν σχεδόν ομοφωνία, και τα αδιέξοδα που προκαλούσε αυτός ο κανόνας οδήγησαν, στις αρχές του 11ου αιώνα, στην ίδρυση του Πέμπτου Δικαστηρίου (fimmtardómur), μιας ανώτερης δικαστικής βαθμίδας που αποφάσιζε με απλή πλειοψηφία.
Η συγκεκριμένη κατανομή της εξουσίας δημιουργούσε αλληλεξαρτήσεις, καθώς ο νομομαθής δεν μπορούσε να στρατολογήσει οπαδούς, οι γκόδαρ δεν μπορούσαν να αλλάξουν μονομερώς τον νόμο και η Λεγκρέττα χρειαζόταν τη γνώση του νομομαθή για να νομοθετήσει σωστά. Επίσης, τα δικαστήρια λειτουργούσαν με δικαστές που διόριζαν οι γκόδαρ, αλλά οι αποφάσεις απαιτούσαν μεγάλη πλειοψηφία. Κανείς δεν συγκέντρωνε στα χέρια του το σύνολο των λειτουργιών κάτι το οποίο εγγυάται -σύμφωνα με την συνταγματική θεωρία- ότι καμία εξουσία δεν θα καταχραστεί την δύναμή της. Η μεταγενέστερη ιστοριογραφία έχει μάλιστα χαρακτηρίσει την ισλανδική Κοινοπολιτεία ως «ακέφαλη πολιτεία» (stateless society), ακριβώς επειδή έλειπε η εκτελεστική κεφαλή: υπήρχε δικαστικό σύστημα και νομοθετικό σώμα, αλλά κανένα όργανο δεν είχε το μονοπώλιο της βίας για να εφαρμόσει τις αποφάσεις.
Αυτό δε σημαίνει ότι υπήρχε αδυναμία εκτέλεσης των αποφάσεων ή ανομία. Ο μηχανισμός επιβολής λειτουργούσε, αλλά στηριζόταν σε εντελώς διαφορετική βάση από αυτήν που προϋποθέτει η σύγχρονη έννοια του κράτους. Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων ανήκε στον ίδιο τον ενάγοντα και την οικογένειά του. Αν η απόφαση προέβλεπε χρηματική αποζημίωση, ο δικαιούχος όφειλε να την εισπράξει μόνος του. Αν ο ίδιος δεν διέθετε την αναγκαία ισχύ, μπορούσε να εκχωρήσει τη δικαστική του αξίωση σε ισχυρότερο πρόσωπο, κατά κανόνα έναν goði, ο οποίος αναλάμβανε την επιβολή. Με τον τρόπο αυτό, ακόμα και πρόσωπα χωρίς κοινωνική ή στρατιωτική δύναμη διατηρούσαν πρόσβαση στη δικαιοσύνη, έστω μέσω εκχώρησης.
Η σχέση μεταξύ goði και þingmaðr ήταν συμβατική και εθελοντική. Ο þingmaðr παρείχε στρατιωτική υποστήριξη και παρουσία στις συνελεύσεις, ενώ σε αντάλλαγμα ο goði τον εκπροσωπούσε δικαστικά, μεσολαβούσε σε διαφορές και του εξασφάλιζε προστασία. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο þingmaðr μπορούσε ελεύθερα να μεταφέρει την υπαγωγή του σε άλλον goði εντός του ίδιου τεταρτημορίου κάτι που είχε ως συνέπεια τη δημιουργία ανταγωνισμού μεταξύ των αρχηγών για τη διατήρηση των οπαδών τους. Έτσι, ο ανταγωνισμός αυτός λειτουργούσε ως ρυθμιστικός μηχανισμός κατά της αυθαιρεσίας.
Σε περίπτωση που κάποιος αρνούνταν να συμμορφωθεί με δικαστική απόφαση, η κλιμάκωση ακολουθούσε διαδοχικές βαθμίδες. Πρώτη συνέπεια ήταν η απώλεια φήμης. Στην ισλανδική κοινωνία η φήμη συνιστούσε προϋπόθεση κάθε κοινωνικής συναλλαγής, δηλαδή κοινωνικό ατομικό κεφάλαιο: χωρίς αυτήν, κανείς δεν θα στήριζε τον παραβάτη σε μελλοντική δίκη, κανείς δεν θα τον δεχόταν ως σύμμαχο, καμία οικογένεια δεν θα συναινούσε σε κηδεστία μαζί του. Η κοινωνική απομόνωση ήταν ήδη μια σοβαρή κύρωση.
Αν αυτό δεν αρκούσε, ο ενάγων μπορούσε να κινητοποιήσει τον goði του ή τους συμμάχους του και να ασκήσει ένοπλη πίεση. Στην ακραία περίπτωση, αν το δικαστήριο είχε επιβάλει πλήρη εξορία (skóggangr), ο καταδικασμένος στερούνταν κάθε νομικής προστασίας. Η περιουσία του δημευόταν, απαγορευόταν η φιλοξενία ή η παροχή βοήθειάς του, και οποιοσδήποτε μπορούσε να τον φονεύσει χωρίς νομικές συνέπειες. Η κοινωνία ολόκληρη μετατρεπόταν σε εκτελεστικό μηχανισμό.
Το σύστημα αυτό παρουσίαζε αναμφίβολα αδυναμίες. Οι οικογενειακές βεντέτες αποτελούσαν ενδημικό φαινόμενο, και σε αρκετές περιπτώσεις οι διαφορές κλιμακώνονταν αντί να επιλύονται. Η Brennu-Njáls saga αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη δυναμική: δίκες επί δικών, εμπρησμοί, δολοφονίες και αντεκδικήσεις που λάμβαναν το χαρακτήρα αλυσιδωτών ενεργειών. Ο ιστορικός Birgir Solvason υποστηρίζει πάντως πως η ισλανδική κοινωνία ήταν πιο ειρηνική και συνεργατική από τις σύγχρονές της στην Αγγλία και τη Νορβηγία, και πως ο μηχανισμός λειτούργησε σταθερά για πάνω από τρεις αιώνες πριν καταρρεύσει.
Η αδυναμία αυτή αποδείχτηκε, τελικά, και η αχίλλειος πτέρνα του συστήματος. Η σταδιακή συγκέντρωση εξουσίας σε λίγες οικογένειες κατά τον 12ο και 13ο αιώνα (η περίοδος γνωστή ως Εποχή των Στουρλούνγκαρ, Sturlungaöld) οδήγησε στη διάλυση της ισορροπίας. Η κρίση ολοκληρώθηκε με την υπαγωγή της Ισλανδίας στο νορβηγικό στέμμα το 1262-1264, μέσω της συνθήκης που είναι γνωστή στην ιστοριογραφία ως Παλαιά Συμφωνία (Gamli sáttmáli), αν και ο ακριβέστερος όρος για τη συμφωνία του 1262 είναι Gissurarsáttmáli (από τον Ισλανδό αρχηγό Γκίσσουρ Θόρβαλντσον που τη διαπραγματεύτηκε). Η ονομασία Gamli sáttmáli αντιστοιχεί τεχνικά στην ανανέωση του 1302, αλλά η ταύτιση με τη συμφωνία του 1262 είναι καθιερωμένη.
Στη Σουηδία η δυναμική ήταν διαφορετική, γιατί η βασιλική εξουσία υπήρχε από νωρίς. Ο lagman, σύμφωνα με τον Νόμο του Βεστγιέταλαντ (Västgötalagen), εκλεγόταν δια βίου από τους ελεύθερους ιδιοκτήτες γης (bönder) της επαρχίας. Ο πατέρας του έπρεπε επίσης να είναι γαιοκτήμονας. Η θέση του δεν ήταν κληρονομική, αν και στην πράξη επιλεγόταν συνήθως από τις ισχυρότερες οικογένειες Η τοπική αυτή νομιμοποίηση λειτουργούσε ως θεσμικό αντίβαρο στη βασιλική βούληση, καθώς ο βασιλιάς δεν μπορούσε εύκολα να παρακάμψει τους παραδοσιακούς κανόνες μιας περιφέρειας χωρίς τη συγκατάθεση του thing. Ο lagman, ως φορέας αυτής της τοπικής παράδοσης, εξέφραζε τη γνώμη της κοινότητας και αναγνώριζε τον εκλεγμένο βασιλιά κατά το Ερίκσγκάτα (Eriksgata), τη τελετουργική περιοδεία του νέου μονάρχη στις επαρχίες.
Με τον καιρό, η ισορροπία μετατοπίστηκε. Ο εθνικός κώδικας του Βασιλιά Μάγκνους Ερίκσον (περ. 1350) ενίσχυσε τη θέση του βασιλιά ως εγγυητή της ειρήνης και περιόρισε τη φεουδαρχική αυτοδικία, μεταφέροντας σταδιακά αρμοδιότητες από τον lagman στους βασιλικούς αξιωματούχους. Από τον 16ο αιώνα, ο διορισμός του lagman πέρασε εξ ολοκλήρου στον βασιλιά και η θέση μετατράπηκε σε δικαστικό αξίωμα. Η πλήρης κατάργηση του θεσμού με τη μορφή που αρχικά είχε, επήλθε το 1849, χρονολογία αρκετά εντυπωσιακή, αν αναλογιστεί κανείς ότι θεσμός αυτός λειτούργησε ουσιαστικά για αρκετούς αιώνες, πριν θεωρηθεί παρωχημένος, ενόψει της έλευσης των πιο σύγχρονων πολιτειακών θεωριών που είχαν αρχίσει να παρεισφρέουν στις εσωτερικές έννομες τάξεις των κρατών της Ευρώπης.
Στη Νορβηγία η εξέλιξη ακολούθησε ανάλογη τροχιά, με ταχύτερη κεντρική συγκέντρωση. Οι lagmenn παρέμειναν αρχικά σύμβουλοι γνώστες του δικαίου, με λειτουργία ανάλογη του ισλανδικού νομομαθή μέσα στα τοπικά thing. Η μεταστροφή ήρθε επί Σβέρρε Α΄ (Sverre Sigurdsson, βασ. 1184-1202), ο οποίος τους μετέτρεψε σε αξιωματούχους υπαγόμενους στο στέμμα. Αργότερα, στους νόμους του Μάγκνους ΣΤ΄ (Magnus Lagabøte, «ο Νομοθέτης», βασ. 1263-1280), οι lagmenn απέκτησαν τυπικά δικαστικά καθήκοντα και προεδρία στα λαγκτίνγκ (lagting), δηλαδή τα ανώτερα δικαστήρια. Ο ίδιος βασιλιάς εξέδωσε τον πρώτο ενιαίο νόμο για ολόκληρη τη Νορβηγία (1274-1276), τον Landslov, αντικαθιστώντας τους παλαιότερους τοπικούς κώδικες. Τούτο σήμαινε ότι ο lagmann δεν ήταν πλέον φορέας μιας αυτόνομης τοπικής νομικής παράδοσης, αλλά εκτελεστής ενός ενιαίου βασιλικού δικαίου.
Αν κοιτάξουμε συγκριτικά τις τρεις περιπτώσεις, διακρίνουμε ένα κοινό αρχικό σχήμα: μια κοινότητα ελεύθερων ανδρών συνέρχεται σε συνέλευση (thing), ένα εξειδικευμένο πρόσωπο κατέχει τη νομική γνώση (ο νομομαθής), και οι τοπικοί ηγέτες ασκούν την πολιτική και στρατιωτική ισχύ. Αυτή η τριμερής κατανομή (γνώση δικαίου, πολιτική δύναμη, συλλογική κρίση) δημιουργούσε ένα σύστημα αμοιβαίου ελέγχου, πρωτογενές μεν, λειτουργικό δε.
Η Ισλανδία διατήρησε αυτό το σχήμα στην πιο καθαρή μορφή του επί τρεισήμισι αιώνες, ακριβώς επειδή η απουσία βασιλιά εμπόδιζε τη συγκέντρωση εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Η Σουηδία και η Νορβηγία γνώρισαν τη σταδιακή ενίσχυση της μοναρχίας, η οποία απορρόφησε τον θεσμό του νομομαθή μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Η πορεία αυτή δεν ήταν ταυτόχρονη καθώς στη Νορβηγία ο lagmann έγινε βασιλικός αξιωματούχος ήδη τον 12ο αιώνα, ενώ στη Σουηδία ο lagman διατήρησε μεγαλύτερη αυτονομία, η οποία άρχισε να περιορίζεται ήδη από τα μέσα του 14ου αιώνα.
Σε ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, αυτές οι δομές μοιάζουν σε κάποιο βαθμό με τους αρχαιοελληνικούς θεσμούς: η ισλανδική Λεγκρέττα θυμίζει λειτουργικά τη βουλή μιας πόλεως-κράτους, ενώ ο νομομαθής στο Lögberg μοιάζει με τον μνήμονα ή τον θεσμοθέτη, δηλαδή τον φορέα που γνωρίζει και εκφράζει τον νόμο. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στο εκτελεστικό κενό: στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν στρατηγοί και δημόσιοι αξιωματούχοι, ενώ στην Ισλανδία η εκτέλεση εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη βούληση και τη δύναμη ιδιωτών.
Η σχέση με τη σύγχρονη συνταγματική τάξη
Η κατανομή εξουσίας μεταξύ Lögretta, lögsögumaðr και fjórðungsdómar αποτελεί πρώιμη μορφή αυτού που ο Μοντεσκιέ θα διατυπώσει αιώνες αργότερα ως αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η Lögretta ασκούσε νομοθετική λειτουργία, τα τεταρτημοριακά δικαστήρια αποτελούσαν τη δικαστική εξουσία, και ο lögsögumaðr διαφύλασσε τον νόμο χωρίς να διαθέτει όμως εκτελεστική ισχύ. Κανένα όργανο δεν συγκέντρωνε το σύνολο των αρμοδιοτήτων, ακριβώς όπως τα σύγχρονα συντάγματα κατανέμουν τη νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία σε διακριτά όργανα με αμοιβαίους ελέγχους έτσι ώστε να υπάρχει αλληλοέλεγχος των εξουσιών.
Η εθελοντική υπαγωγή του þingmaðr σε goði της επιλογής του, με δυνατότητα αλλαγής, θυμίζει τη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου, όπως τη διατύπωσαν οι Λοκ και Ρουσσώ καθώς η εξουσία δεν απορρέει από θεϊκό δικαίωμα ή κατάκτηση, αλλά από τη συναίνεση των διοικουμένων. Και η δυνατότητα ανάκλησης αυτής της συναίνεσης αντιστοιχεί, σε σύγχρονους όρους, στη δημοκρατική λογοδοσία, όπου ο εκλεγμένος που δεν ανταποκρίνεται στην εντολή χάνει τη στήριξη στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Ο lögsögumaðr παρουσιάζει αξιοπρόσεκτη ομοιότητα με δύο σύγχρονους θεσμούς. Αφενός με τον ρόλο του συνταγματικού δικαστηρίου (ο οποίος δεν υπάρχει στη χώρα μας, καθώς ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων είναι διάχυτος στα δικαστήρια όλων των βαθμών), στον βαθμό που λειτουργούσε ως θεματοφύλακας της νομικής παράδοσης και ερμηνευτής του νόμου σε περιπτώσεις αμφιβολίας. Αφετέρου με τον θεσμό του Συνηγόρου του Πολίτη, (ο οποίος στη χώρα μας είναι ανεξάρτητη αρχή η οποία προβλέπεται απευθέιας στο Σύνταγμα) ή Διαμεσολαβητή (ombudsman), ο οποίος μάλιστα γεννήθηκε στη Σουηδία το 1809, δηλαδή μέσα από την ίδια σκανδιναβική παράδοση. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για όργανο που διαθέτει γνώση και κύρος αλλά στερείται εκτελεστικής δύναμης, και η ισχύς του απορρέει από τη θεσμική του θέση και όχι από κάποιο μηχανισμό καταναγκασμού.
Η απαίτηση σχεδόν ομοφωνίας στα τεταρτημοριακά δικαστήρια (με ανώτατο όριο έξι διαφωνούντων επί τριάντα έξι) αντανακλά μια λογική που συναντάμε σήμερα στις αυξημένες πλειοψηφίες που απαιτούν τα συντάγματα για κρίσιμες αποφάσεις, όπως η αναθεώρηση του Συντάγματος ή η ψήφιση νόμων αυξημένης τυπικής ισχύος (όπως ο εκλογικός νόμος ή κύρωση συνθήκης που αναγνωρίζει αρμοδιότητες σε διεθνείς οργανισμούς). Η ίδρυση μάλιστα του Πέμπτου Δικαστηρίου (fimmtardómr) το 1005, ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με κριτήριο την απλή πλειοψηφία, προσομοιάζει λειτουργικά με τη σύγχρονη δομή δικαστικής ιεραρχίας, στην οποία ο πολίτης έχει δικαίωμα προσφυγής σε ανώτερο δικαστήριο (δευτεροβάθμιο) αν θεωρεί ότι αδικήθηκε σε πρώτο βαθμό, έννοιες ιδιαίτερα πρωτοποριακές για την εποχή.
Τέλος, η εξορία (útlegð) ως ανώτατη ποινή λειτουργούσε κατ’ αναλογία με τη σύγχρονη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, αν και σε πολύ πιο ακραία μορφή. Ο útlagr δεν έχανε απλώς δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής, αλλά κάθε νομική προστασία. Στη σύγχρονη νομική ορολογία, αποκοβόταν πλήρως από την έννομη τάξη. Η αναλογία με τη σημερινή έννοια του «πολιτικού θανάτου» ( ο οποίος καταργήθηκε το 1862 στη χώρα μας με ψήφισμα) ή την έκπτωση από την ιθαγένεια είναι πρόδηλη, αν και κανένα σύγχρονο σύνταγμα δεν επιτρέπει τέτοιου βαθμού αποστέρηση, ακριβώς επειδή η σύγχρονη συνταγματική θεωρία αναγνωρίζει πυρήνα ατομικών δικαιωμάτων που παραμένει απαραβίαστος ακόμα και σε περίπτωση βαρύτατης καταδίκης.
Ενδεικτικές πηγές:
Ari Þorgilsson, Íslendingabók & Kristni saga: The Book of the Icelanders, The Story of the Conversion, trans. Siân Grønlie (London: Viking Society for Northern Research, 2006).
Bagge, Sverre, Society and Politics in Snorri Sturluson’s Heimskringla (Berkeley: University of California Press, 1991).
Brink, Stefan, “The Creation of a Scandinavian Provincial Law: How Was It Done?”, Historical Research 86/233 (2013), 432–442.
Byock, Jesse L., Viking Age Iceland (London: Penguin Books, 2001).
Dennis, Andrew, Peter Foote and Richard M. Perkins (trans.), Laws of Early Iceland: Grágás I–II (Winnipeg: University of Manitoba Press, 1980, 2000).
Ekholst, Christine, A Punishment for Each Criminal: Gender and Crime in Swedish Medieval Law (Leiden: Brill, 2014).
Jón Viðar Sigurðsson, Chieftains and Power in the Icelandic Commonwealth (Odense: Odense University Press, 1999).
Larrington, Carolyne (trans.), The Poetic Edda, rev. ed. (Oxford: Oxford University Press, 2014).
Larson, Laurence M. (trans.), The Earliest Norwegian Laws: Being the Gulathing Law and the Frostathing Law (New York: Columbia University Press, 1935).
Love, Jeffrey Scott, Inger Larsson, Ulrik Djärv, Christine Peel and Erik Simensen (eds.), A Lexicon of Medieval Nordic Law (Cambridge: Open Book Publishers, 2020).
Miller, William Ian, Bloodtaking and Peacemaking: Feud, Law, and Society in Saga Iceland (Chicago: University of Chicago Press, 1990).
Roman Inscriptions of Britain (RIB), no. 1593 (Housesteads/Vercovicium): “Mars Thincsus”.
Sanmark, Alexandra, Viking Law and Order: Places and Rituals of Assembly in the Medieval North (Edinburgh: Edinburgh University Press, 2017).
Snorri Sturluson, Edda, trans. Anthony Faulkes (London: Everyman, 1987).
[1] Να μη συγχέεται με τον níðingr, το οποίο αγγίζει κι αυτό την ιδέα της έξωσης από την κοινότητα αλλά έχει διαφορετικό νομικό υπόβαθρο. Ο níðingr είναι κυρίως χαρακτηρισμός ατίμωσης. Λειτουργεί ως βαρύτατη ύβρις και δηλώνει άνθρωπο ποταπό, ανάξιο, προδότη ή παραβάτη ιερών κανόνων της τιμής και της ειρήνης. Στα λεξικά παλαιοϊσλανδικής σημειώνεται ρητά ότι πρόκειται για τον ισχυρότερο νομικά όρο ύβρεως, ενώ συναντούμε δίπλα του πολλές φορές και τη λέξη níðingsverk, δηλαδή μια ιδιαίτερα ατιμωτική πράξη που στιγματίζει τον δράστη ως níðingr, με περιεχόμενο που αλλάζει ανά εποχή και τόπο. Ο útlagr από την άλλη δηλώνει νομική κατάσταση: πρόσωπο που έχει κηρυχθεί εκτός νόμου μέσω επίσημης δικαστικής διαδικασίας. Ο σχετικός μηχανισμός περιγράφεται με όρους όπως útlegð, ενώ το ρήμα útlægja σημαίνει «κηρύσσω έκνομο». Τα αδικήματα που οδηγούν σε αυτή την ποινή καταγράφονται ως útlegðarverk. Στην ισλανδική παράδοση του Grágás υπάρχουν και διαβαθμίσεις: ο skóggangr αντιστοιχεί σε πλήρη έκνομη κατάσταση, ενώ ο fjörbaugsgarðr αποτελεί ηπιότερη μορφή. Η διαφορά τους, λοιπόν, είναι πρακτική. Με το níðingr μιλάμε για στίγμα τιμής και κοινωνική απαξίωση, κάτι που μπορεί να μείνει στο επίπεδο της δυσφήμησης ή να συνδεθεί και με ποινές ανάλογα με το πλαίσιο. Με το útlagr μιλάμε για δικαστικά κηρυγμένη ποινή με συγκεκριμένες συνέπειες, όπως εξορία, απώλεια νομικής προστασίας, κατάσχεση περιουσίας. Τα δύο μπορούν να συμπέσουν: ορισμένες ύβρεις θεωρούνταν τόσο βαριές ώστε ο νόμος τις μετέτρεπε σε ζήτημα πλήρους εξορίας, και στο Grágás καταγράφονται συγκεκριμένες προσβολές που επέσυραν ακριβώς αυτή την ποινή.