ο Geis, ή αλλιώς πώς μπορεί μια φράση να σε σκοτώσει στη μεσαιωνική Ιρλανδία
Στα μεσαιωνικά ιρλανδικά κείμενα υπάρχει μια λέξη που δεν μεταφράζεται εύκολα στα ελληνικά, τουλάχιστον όχι αν δεν χρησιμοποιήσεις κάποιου είδους περίφραση. Η λέξη αυτή είναι η «geis». Στην πιο χαρακτηριστική της μορφή αποδίδεται ως η δέσμευση που θέτει ένα πρόσωπο πάνω σε ένα άλλο χρησιμοποιώντας τον λόγο του και μόνον, ενώ καλύπτει επίσης απαγορεύσεις που συνοδεύουν κάποιον από τη γέννησή του ή από το αξίωμά του. Όποιος είναι αποδέκτης της geis καταστρέφεται αν την παραβεί, και ατιμάζεται αν αρνηθεί να τη δεχτεί. Οι ήρωες των ιρλανδικών αφηγήσεων ζουν και πεθαίνουν μέσα σε τέτοιες δεσμεύσεις, και η πλοκή δεκάδων ιστοριών κρέμεται από το πότε και από ποιον θα ειπωθεί η κρίσιμη φράση και φυσικά σε ποιο σημείο πλοκής της ιστορίας.
Θα ξεκινήσω από την ίσως πιο γνωστή σκηνή που μας παραδίδεται από την ιρλανδική παράδοση, και στο τέλος θα δούμε τι αντιστοιχεί σε αυτήν στον σκανδιναβικό Βορρά.
Βρισκόμαστε στην εποχή που ο Φιν μακ Κουλ, ο αρχηγός των Φιάνα, δηλαδή της πολεμικής συντροφιάς που φυλάει την Ιρλανδία, έχει χηρέψει και έχει γεράσει. Ζητά για γυναίκα του την Γκράιννε, την κόρη του Κόρμακ μακ Αρτ, του Υψηλού Βασιλέα που εδρεύει στον λόφο της Τάρα.
Κατά τη διάρκεια του γλεντιού που παρατίθεται για τους αρραβώνες, η νύφη ρωτάει τον δρυίδη για το πώς ονομάζονται διάφοροι πολεμιστές που κάθονται στο τραπέζι, και κάποια στιγμή το βλέμμα της πέφτει πάνω στον Ντίαρμιντ, έναν νεαρό πολεμιστή του Φιν. Τη στιγμή εκείνη σφραγίζεται η απόφασή της. Προσφέρει στους καλεσμένους κάποιο ναρκωτικό το οποίο το αναμιγνύει με το ποτό τους και στρέφεται στον Ντίαρμιντ ζητώντας του να τη φυγαδεύσει. Εκείνος αρνείται, διότι ο Φιν είναι ο αρχηγός του, οπότε η Γκράιννε προφέρει τη φράση που κλείνει οριστικά τη συζήτηση. Του θέτει ένα geis. Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα, ο Ντίαρμιντ δεν διαθέτει καμία διέξοδο που να αφήνει άθικτη την τιμή του, και αρχίζει η καταδίωξη του ζεύγους από τους Φιάνα που θα κρατήσει χρόνια.
Ο όρος geis (πληθυντικός geasa) αποδίδεται συνήθως ως απαγόρευση ή ταμπού, αλλά η απόδοση αυτή καλύπτει μόνο ένα μέρος του περιεχομένου του. Η ετυμολογία που έχει επικρατήσει τον συνδέει με τη ρίζα του ρήματος guidid, ήτοι «προσεύχομαι, ικετεύω», ενώ στα παλαιότερα λεξικά εξηγείται με τη λέξη guide, δηλαδή προσευχή ή παράκληση. Στην ίδια σημασιολογική περιοχή κινείται και ο συγγενής όρος ailges, ήτοι το αίτημα του οποίου η άρνηση επισύρει ντροπή και κακοτυχία. Εύλογα υποθέτουμε λοιπόν ότι στη ρίζα της έννοιας βρίσκεται η παράκληση που δεν επιδέχεται άρνηση, και από εκεί και πέρα ο όρος επεκτάθηκε ώστε να καλύψει την απαγόρευση και τη δεσμευτική εντολή.
Στα μεταγενέστερα κείμενα δε, φτάνει να σημαίνει και το ίδιο το ξόρκι.
Το κοινωνικό υπόβαθρο της έννοιας, δίδεται μέσα από τις διατάξεις του πρώιμου ιρλανδικού δικαίου, το οποίο διασώζεται σε πλούσια νομικά κείμενα, επιτρέποντάς μας έτσι να διαπιστώσουμε και το τι ακριβώς διακυβευόταν. Στο έργο του Fergus Kelly αναφορικά με το πρώιμο ιρλανδικό δίκαιο, το geis ορίζεται ως μια υπερφυσική επιταγή και απαγορευμένη πράξη συνάμα. Το έννομο αγαθό της τιμής (honor) του ελεύθερου άνδρα, ονομάζεται enech και σημαίνει κατά λέξη «πρόσωπο». Στα ίδια τα νομικά κείμενα της εποχής, αποτιμάται σε συγκεκριμένα ζώα και αντικείμενα μέσω του lóg n-enech, ήτοι του τιμήματος του προσώπου, που ρυθμίζει τι οφείλει κανείς σε όποιον προσέβαλε. Έτσι βλέπουμε ότι μέσα σε έναν κόσμο όπου η τιμή και οι εγγυήσεις είχαν μετρήσιμες νομικές συνέπειες, το αίτημα που δεν επιτρέπεται να απορριφθεί απέκτησε ακριβώς το βάρος που βλέπουμε στις αφηγήσεις.
Εδώ όμως χρειάζεται μια επιφύλαξη. Ο όρος geis απαντάται συχνά στη λογοτεχνία και εμφανίζεται σπανιότερα στα χρονικά και στα νομικά κείμενα, οπότε η νεότερη έρευνα προειδοποιεί να μην το εκλάβουμε ως πραγματικό νομικό θεσμό. Η κύρωση που φαίνεται να επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο δικαστήριο ή εκτελεστικό όργανο, ανήκει στον αφηγηματικό μηχανισμό των κειμένων.
Στη βασιλεία η δέσμευση αυτή προσλαμβάνει θεσμική μορφή. Το κείμενο Urgarta ocus búada ríg Érenn, ήτοι «Απαγορεύσεις και προνόμια των βασιλέων της Ιρλανδίας», αναφέρει σχετικά τον βασιλιά της Τάρα και για κάθε επαρχιακό βασιλιά τα urgarta, δηλαδή τις δυσοίωνες απαγορεύσεις, μαζί με τα búada, δηλαδή τις ευοίωνες πράξεις και τα προνόμιά του. Ο Myles Dillon το εξέδωσε το 1951-52 με τον τίτλο «The Taboos of the Kings of Ireland», και ο έμμετρος πυρήνας του αποδίδεται στον Κουάν ούα Λοχάν. Ο ίδιος ο κατάλογος δεν χρησιμοποιεί τη λέξη geis, οπότε ο τίτλος του Dillon θέλει μια μικρή προσοχή από τον αναγνώστη. Στο κλείσιμο ο ποιητής υπόσχεται ότι ο βασιλιάς που αποφεύγει τις απαγορεύσεις του και κρατά τα προνόμιά του δεν θα γνωρίσει συμφορά ούτε λοιμό στη βασιλεία του και δεν θα γεράσει πριν από τα ενενήντα. Η αντίληψη αυτή συνδέεται με το fír flathemon, ήτοι την «αλήθεια του ηγεμόνα», όπου η ευημερία της γης εξαρτάται από τη συμπεριφορά του βασιλιά που την κυβερνά.
Το πληρέστερο παράδειγμα το δίνει ο Κόναρε Μορ, ένας από τους θρυλικούς βασιλιάδες της Τάρα, στην «Καταστροφή του Ξενώνα του Ντα Ντέργκα» (Togail Bruidne Da Derga). Ο υπερφυσικός πατέρας του είχε έρθει στη μητέρα του με μορφή πουλιού. Αργότερα ο Νέμγκλαν, ο βασιλιάς του σμήνους του πατέρα του, εμφανίζεται στον Κόναρε πριν αυτός ανέβει στον θρόνο, για να του απαριθμήσει τις απαγορεύσεις του. Ανάμεσα σε αυτές βρίσκονται οι εξής:
- Να μην κυνηγά τα θηρία της Κέρνα
- Να μην κοιμάται σε σπίτι από το οποίο φαίνεται η λάμψη της φωτιάς μετά τη δύση
- Να μη διαβαίνουν τρεις Κόκκινοι μπροστά του προς το σπίτι του Κόκκινου
Ο Κόναρε παραβιάζει τη μία απαγόρευση μετά την άλλη, πολλές φορές χωρίς δική του πρωτοβουλία και μία φορά από επιείκεια προς τους ανθρώπους του, ώσπου η νύχτα τον βρίσκει στον ξενώνα του Ντα Ντέργκα με τα σημάδια όλα συμπληρωμένα. Ο ακροατής που άκουσε τον κατάλογο στην αρχή γνωρίζει το τέλος πριν αρχίσει η δράση, και η αγωνία μετατοπίζεται από το τι θα συμβεί στο πώς.
Πάμε σε μια δεύτερη περίπτωση τώρα, αυτή του ξακουστού Κου Χούλεην (Cú Chulainn), του μεγάλου ήρωα του κύκλου του Ούλστερ, του πολεμιστή που στην Τάιν κρατά μόνος του τα περάσματα απέναντι στον στρατό της Μεντβ και που πεθαίνει από τη σύγκρουση δύο geasa. Το όνομά του σημαίνει «σκύλος του Κούλαν», και του έχει απαγορευτεί μέσω ενός geis να γευτεί κρέας σκύλου, ενώ μια δεύτερη δέσμευση τον υποχρεώνει να δέχεται ό,τι του προσφέρεται σε εστία που συναντά στον δρόμο του. Καθώς βαδίζει προς την τελευταία του μάχη, τον περιμένουν τρεις γριές που ψήνουν κρέας σκύλου και τον προσκαλούν να μοιραστεί το φαγητό τους. Όποια απόφαση και να πάρει, παραβιάζει τη μία από τις δύο δεσμεύσεις που του έχουν τεθεί. Προσπαθεί να συμβιβάσει και τις δύο παίρνοντας το κομμάτι που του προσφέρεται με το αριστερό χέρι, το ακουμπά κάτω από τον αριστερό μηρό, και η αριστερή πλευρά του σώματός του χάνει τη δύναμή της. Λίγο αργότερα, στην πεδιάδα Μαγ Μούρθεμνε, έχοντας νικηθεί τελικά, δένεται σε πέτρινη στήλη για να πεθάνει όρθιος, όπως έζησε.
Παρόμοια λειτουργεί και η ουαλική παράδοση με τον όρο tynged. Στον τέταρτο κλάδο του Μαμπίνογκι, δηλαδή της συλλογής των μεσαιωνικών ουαλικών διηγήσεων, η Αριάνροντ ρίχνει στον γιο της διαδοχικές δεσμεύσεις, ώστε να μην αποκτήσει ούτε όνομα ούτε όπλα παρά μόνο από το δικό της χέρι, και να μη βρει σύζυγο από καμία γενιά της γης. Ο Γκουίντιον τις παρακάμπτει κάθε φορά μετερχόμενος διάφορα τεχνάσματα, και έτσι προκύπτει ο Λέου Λάου Γκίφες, ήτοι «ο ξανθός με το επιδέξιο χέρι».
Όσον αφορά τη σκανδιναβική ύλη, με την οποία ασχολούμαι κατά ένα μεγάλο ποσοστό όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι αναγνώστες της παρούσας στήλης, η έννοια της δέσμευσης μοιράζεται σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μια είναι τα ørlǫg, δηλαδή τα όσα έχουν τεθεί εξαρχής, τα οποία θέτουν οι Νόρνες χωρίς να βρίσκει ενδιάμεσο σταθμό το στόμα κάποιου θνητού. Από την άλλη μεριά βρίσκεται το heitstrenging, ο επίσημος όρκος που δίνει ο ίδιος ο ήρωας πάνω από την κούπα του συμποσίου (bragarfull) και τον οποίο οφείλει κατόπιν να εκπληρώσει. Πιο κοντά στο ιρλανδικό σχήμα στέκουν τα álǫg των μυθιστορικών σαγκών, ήτοι οι μαγικοί δεσμοί που ρίχνει κάποιος πάνω σε κάποιον άλλον, όπως η Χβιτ στη Σάγκα του Χρολβ Κράκι, όταν καταδικάζει τον Μπιορν να ζει τη μέρα ως αρκούδα (τι μας θυμίζει, τι μας θυμίζει…
).
Η διαφορά παραμένει κατά βάσιν στο ότι το λογοτεχνικό geis κινείται στον χώρο της τιμής και της κοινωνικής υποχρέωσης, φτάνοντας ως τη συμπεριφορά του ίδιου του βασιλιά, ενώ τα álǫg δηλώνουν ευθέως μαγική επιβολή ή κατάρα.
Τελικά, στην αρχική ιστορία για το geis, ο Ντίαρμιντ πεθαίνει στο βουνό Μπεν Μπούλμπεν, πληγωμένος θανάσιμα από κάποιον αγριόχοιρο. Έχει και ο ίδιος τη δική του δέσμευση, καθώς βρίσκεται υπό geasa να μην κυνηγά χοίρο, και ο Φιν του το θυμίζει πριν κατεβεί στο θηρίο. Ο Ντίαρμιντ κατεβαίνει. Ο Φιν μπορεί να τον σώσει φέρνοντάς του νερό στις χούφτες του από την πηγή καθώς φέρει αυτό το χάρισμα, και δυο φορές αφήνει το νερό να χυθεί ανάμεσα από τα δάχτυλά του. Την τρίτη φορά…. φτάνει αργά. Η ιστορία που άνοιξε με μια λέξη της Γκράιννε κλείνει με μια χειρονομία του Φιν. Ανάμεσα στα δύο ο Ντίαρμιντ παίρνει τις δικές του αποφάσεις, συνάπτει ειρήνη με τον Φιν και επιλέγει να αντιμετωπίσει τον κάπρο, το αρχικό geis όμως έχει στενέψει τόσο πολύ το πεδίο των επιλογών του, ώστε η αλυσίδα να καταλήγει ούτως ή άλλως στο ίδιο σημείο. Η μοίρα περνά εδώ από το στόμα ενός άλλου ανθρώπου, και τούτο κάνει τα ιρλανδικά κείμενα να διαβάζονται πολλές φορές σαν δικαστικές υποθέσεις των οποίων η ετυμηγορία έχει ήδη δοθεί από την πρώτη σελίδα.
Την ιστορία του Ντίαρμιντ και της Γκράιννε μπορείτε να τη βρείτε διασκευασμένη υπό μορφήν παραμυθιού στο πόντκαστ μου, «Παραμύθια και Ιστορίες από την Ευρώπη και την Ελλάδα», στο επεισόδιο «Ο Όρκος της Γκράιννε».