Skip to main content
Στέφανος Καράμπαλης

Συγγραφέας, Μεταφραστής

15/12/2025
Συνέντευξη με Στέφανο Καράμπαλη

Συνέντευξη με το Στέφανο Καράμπαλη

15/12/2025 | by Galland Duke

Ο αέρας μύριζε περίεργα…. Καμένη; Όχι… μύριζε σάπια σάρκα…. Ανθρώπινη! Στάχτη απ’ τον ουρανό σκέπαζε τα ερείπια της πόλης όπως τα όνειρα σκεπάζουν μια ζωή που δεν ζήσαμε ποτέ.
Κι εκεί, υψωνόταν ακόμα. Ο Λευκός Πύργος. Σκυθρωπός, σκοτεινός, μα ζωντανός.
Ήταν ένα από τα τελευταία οχυρά. Μια αντανάκλαση του παρελθόντος!

Μέσα απ’ τις ρωγμές του χρόνου, έφτασα ως εκεί.
Και τον βρήκα. Τον Στέφανο Καράμπαλη — όρθιο, με βλέμμα που είχε δει πολλά, μα δεν είχε ξεχάσει να πιστεύει.
Ανάμεσα σε Litrpg data streams και κραυγές νεκρών, μιλήσαμε για ελπίδα, τρόμο και τον αλγόριθμο της επιβίωσης.


1 Νεαρέ μαχητή, βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο όπου τα συστήματα κατέρρευσαν και η ανθρωπότητα πολιορκείται απ’ τα ίδια της τα σφάλματα.
Πιστεύεις ότι ο τρόμος γεννιέται από το έξω ή από το μέσα;

Θα ‘λεγα ότι ο τρόμος γεννιέται απ’ το μέσα. Το έξω μπορεί να έχει ζόμπι, τερατογεννήσεις, καταρρεύσεις συστημάτων, αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με το να μείνεις χωρίς Wi-Fi, να σου τελειώσουν τα φίλτρα θεραπείας στην πιο σημαντική μάχη ή –Θεός φυλάξοι– να πέσεις πάνω σε NPC του οποίου τον διάλογο δεν μπορείς να σκιπάρεις. Πραγματικός τρόμος είναι όταν σου πετάγεται μήνυμα “Σε εντόπισε ο τελικός αρχιεχθρός” κι εσύ ξέρεις πως έκανες save πριν τρεις ώρες…

2  Το Litrpg είναι μια παντρειά; Μπορεί το gaming να παράξει λογοτεχνία; Ή μήπως η λογοτεχνία ήταν πάντα ένα παιχνίδι επιβίωσης με χαρακτήρες και life bars;

Φυσικά και είναι παντρειά το LitRPG. Κι απ’ τις καλές! Ο γαμπρός (το gaming) έφερε τα λάφυρα, τα επίπεδα, τα μπουντρούμια, τις δεξιότητες και τις αποστολές, κι η νύφη (η λογοτεχνία) έφερε τις υπαρξιακές κρίσεις, τις ανατροπές, τις πλοκές και τα συναισθήματα χαρακτήρων. Κι από τη στιγμή που έμπλεξαν αυτοί οι δυο, έχουμε (το τέκνο) τη δυσκολία κίνησης λόγω υπερφόρτωσης αποθέματος, καίρια χτυπήματα και πέρμαντεθ και εσωτερικούς μονολόγους τύπου “βρε, μπας και είμαστε NPC τελικά;”

Τώρα που το σκέφτομαι, η λογοτεχνία ήταν πάντα ένα παιχνίδι. Σε λειτουργία επιβίωσης. Παίζεις με χαρακτήρες, με στατιστικά, με ενισχύσεις και αποδυναμώσεις (συνήθως ψυχολογικά). Κάθε συγγραφέας είναι GM και κάθε αναγνώστης διαβάζει το παιχνίδι σου. Το ερώτημα δεν είναι αν το gaming μπορεί να παράξει λογοτεχνία· το ερώτημα είναι πόση ζημιά θα χρειαστεί να φάει η λογοτεχνία μέχρι να καταλάβει ότι πάντα κρατούσε χειριστήριο (Τι είπα πάλι; Φεύγω!).

3  Σε έναν κόσμο ψηφιοποιημένο, τι ρόλο παίζει το ένστικτο;
Και αν η μηχανή μπορεί να μάθει τον φόβο, μπορούμε εμείς να τον ξε-μάθουμε;

Δύσκολη ερώτηση αυτή με το ένστικτο. Ελπίζω να απαντήσω επακριβώς σε αυτό που με ρωτάς. Στην ψηφιακή εποχή, το ένστικτο δεν αλλάζει. Λειτουργεί σαν αντίβαρο στην υπερπληροφόρηση. Δηλαδή, εκεί που τα δεδομένα προσφέρονται και με το παραπάνω, το ένστικτο μπορεί να προσφέρει πυξίδα, μια αίσθηση του σωστού ή του επικίνδυνου, π.χ. πού πρέπει ή δεν πρέπει να μοιραζόμαστε τα δεδομένα μας, ακόμα κι όταν η λογική μοιάζει να χάνεται. Εάν κάτι φαίνεται πολύ καλό για να είναι αληθινό, τότε μάλλον δεν είναι.

Τώρα, αν η μηχανή μπορεί να μάθει τον φόβο… Ναι, μπορεί. Και πιστεύω πως θα μπορέσει στο μέλλον. Στην πράξη, όχι απλώς στη θεωρία. Αν την ταΐσεις με αρκετά δεδομένα, θα καταλάβει τι προκαλεί φόβο στους ανθρώπους. Μπορεί να τον μοντελοποιήσει. Να τον αναπαραγάγει. Να τον πουλήσει ως “εμβυθιστική εμπειρία” ή κάτι τέτοιο. Αλλά τι δεν θα μπορεί να κάνει; Να νιώσει τον φόβο. Εκεί… γκλιτσάρει. Το ίδιο ισχύει και με την αγάπη, και με όλα τα συναισθήματα.

Όσο για το αν εμείς μπορούμε να ξεμάθουμε τον φόβο… ίσως. Αλλά όχι με κάποια αναβάθμιση κώδικα. Ίσως με επίγνωση, με γνώση, με προετοιμασία, με έκθεση στον ίδιο τον κίνδυνο. Ίσως όταν καταλάβουμε πως μόνο όταν κοιτάμε τον φόβο στα μάτια, τότε στρέφει εκείνος το βλέμμα του αλλού. Ίσως πάλι το θέμα να μην είναι να τον ξεμάθουμε, αλλά να τον κάνουμε σύντροφο.

4  Η λογοτεχνία του φανταστικού και του τρόμου στην Ελλάδα ακόμα παλεύει για να αναπνεύσει.
Τι σε πεισμώνει να συνεχίζεις; Και ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετώπισες μέχρι σήμερα ως δημιουργός;

Ναι, πολλές φορές μοιάζει σαν να γράφω με μια ομίχλη γύρω μου, χωρίς να ξέρω αν υπάρχει αναγνώστης στην άλλη άκρη. Αλλά εγώ συνεχίζω. Γιατί κάποιος πρέπει να ανοίξει το μονοπάτι. Δεν ξέρω γιατί. Ειλικρινά. Είναι από τα πράγματα που απλώς τα κάνεις, χωρίς να ξέρεις γιατί. Απλώς σου βγαίνουν.

Έχω επενδύσει πολύ χρόνο, και ψυχή, στο να φέρω τα LitRPG στην Ελλάδα. Όχι γιατί θέλω να τυραννιέμαι, αλλά γιατί είδα το κενό σε ένα είδος που με συναρπάζει. Ένα είδος που συνδυάζει το gaming, τη λογοτεχνία και την υπαρξιακή αναζήτηση με μηχανισμούς, στατιστικά και επίπεδα. Κι όμως ελάχιστοι το ξέρουν εδώ.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι το να προσπαθείς να εξηγήσεις τι γράφεις και να βλέπεις απορημένα βλέμματα. Η ανάγκη να είσαι ταυτόχρονα συγγραφέας, μαρκετίστας και θεραπευτής της ψυχολογίας σου όταν οι προβολές είναι 15 και οι 5 είναι δικές σου.

Αλλά δεν τα παρατάω. Κάθε ιστορία είναι μια πίστα. Κάθε βιβλίο μια αποστολή. Κι εγώ συνεχίζω να παίζω, όχι γιατί είναι εύκολο, αλλά γιατί αυτό το υποείδος του φανταστικού αξίζει να έχει θέση και στην ελληνική πραγματικότητα.

5  Στις ιστορίες με ζόμπι ο θάνατος δεν είναι πάντα το τέλος.
Τι σε συναρπάζει περισσότερο: το μετά τον θάνατο, ή το πριν απ’ αυτόν;

Στις ιστορίες με ζόμπι, ο θάνατος δεν είναι ποτέ απλώς το τέλος· είναι συνέχεια, επανεκκίνηση. Αλλά για μένα, το πραγματικά συναρπαστικό δεν είναι το μετά. Είναι το πριν.

Τον θάνατο, για μένα, δεν τον αισθάνεσαι. Δεν έχει βάρος. Έρχεται και σε παίρνει ανώδυνα (δεν μιλάω για τις στιγμές λίγο πριν πεθάνεις, αλλά ακριβώς αφού αφήσεις την τελευταία σου ανάσα). Ίσως βιώσουμε το ίδιο συναίσθημα που βιώσαμε πριν γεννηθούμε: τίποτα. Απόλυτο τίποτα. Ο Επίκουρος είπε μια φράση που μου άλλαξε το σκεπτικό: “Ο θάνατος δεν μας αφορά, γιατί όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος δεν είναι εδώ. Και όταν έρθει, εμείς δεν υπάρχουμε πια”. Πόσο τέλεια είναι αυτή η διατύπωση; Δεν θα ζήσουμε τον θάνατο, γιατί όταν έρθει, δεν θα υπάρχουμε. Κι αυτό είναι τρομερά απελευθερωτικό.

Άρα το μόνο που έχει σημασία είναι αυτό το ενδιάμεσο επίπεδο που λέγεται ζωή. Εδώ βρίσκονται τα συναισθήματα, τα λάθη, οι ήρωες, τα θέλω και οι αποστολές μας. Εδώ πονάμε, αγαπάμε, πολεμάμε, γελάμε και έχουμε την ευκαιρία να δημιουργήσουμε κάτι, ακόμα κι αν όλα γύρω καταρρέουν.

Ο θάνατος δεν με προβληματίζει. Με προβληματίζει το να περάσει η ζωή χωρίς να τη ζήσω όπως θέλω. Ίσως γι’ αυτό και έγραψα τη σειρά με τα ζόμπι: γιατί αυτοί που ζουν πραγματικά είναι αυτοί που συνειδητοποιούν ότι το μόνο που υπάρχει είναι το τώρα.

6  Αν είχες να επιλέξεις ανάμεσα σε έναν τέλειο κόσμο χωρίς φαντασία, και έναν διαλυμένο γεμάτο δημιουργούς, ποιον θα υπερασπιζόσουν μέχρι τέλους;

Αν είχα να διαλέξω; Πάντα θα διάλεγα τον διαλυμένο κόσμο γεμάτο δημιουργούς. Γιατί εκεί υπάρχει ζωή. Υπάρχει κίνηση, σύγκρουση, προσπάθεια, αγάπη και… ξόρκια.

Στην ουσία, οι δημιουργοί θέλουν να φτιάξουν αυτόν τον κόσμο. Όχι απαραίτητα για να τον τελειοποιήσουν, αλλά για να τον “πειράξουν”. Να τον φτιάξουν και να τον ξαναχαλάσουν. Να δουν τι γίνεται αν αλλάξεις τη φυσική ή αν δώσεις νοημοσύνη στα τέρατα.

Βέβαια, αν όντως τον φτιάξουν, αν φτάσουμε στην ουτοπία… ε, και μετά τι; Τέλος; Δεν θέλω να ζήσω σε κόσμο όπου όλα είναι “καλά”. Θέλω να παίζω. Να εξερευνώ. Να αποτυγχάνω. Να γράφω, να δημιουργώ, να ρισκάρω και να με εκπλήσσει το αποτέλεσμα.

Ένας τέλειος κόσμος χωρίς φαντασία είναι σαν να βάζεις κωδικούς (τσιτάκια) για να τελειώσεις το παιχνίδι. Κι όλοι ξέρουμε τι παθαίνει το παιχνίδι όταν το βάλεις στο εύκολο: χάνει τη μαγεία του. Η διασκέδαση είναι στο παιχνίδι, όχι στο “τέλος”.

Η ζωή είναι παιχνίδι. Κάποιες φορές δύσκολο. Κάποιες φορές άνισο. Κάποιες φορές γεμάτο κολλήματα και νεύρα. Αλλά είναι δικό μας. Και όσο υπάρχουν δημιουργοί, δεν φοβάμαι ούτε το σκοτάδι ούτε τα… ζόμπι. Αρκεί να μη μας κόψουν το ρεύμα.

7  Τι κοινό έχουν ένας αναγνώστης Litrpg και ένας στρατιώτης σε έναν πολιορκημένο πύργο;
Και πώς κρατάς τον αναγνώστη μέσα στο παιχνίδι;

Το κοινό τους είναι ότι και οι δύο ξεμένουν από προμήθειες αλλά δεν το βάζουν κάτω. Ο αναγνώστης ξεμένει από ύπνο και χρόνο, ο στρατιώτης από βέλη, κι όμως συνεχίζουν, ο ένας για να ανέβει στο επόμενο επίπεδο, ο άλλος για να τελειώσει το βιβλίο. Και πώς κρατώ τον αναγνώστη μέσα στο παιχνίδι; Του ρίχνω λάφυρα, πόντους εμπειρίας, ανατροπάρες, φιλοσοφικά ζητήματα και καμιά επική μάχη ανά κεφάλαιο, μπας και ξεχάσει ότι έχει δουλειά το πρωί και αγοράσει το επόμενο βιβλίο της σειράς.

8  Τι είναι για σένα ο πραγματικός ιός; Τα ζόμπι; Η τεχνητή νοημοσύνη; Ή η αδιαφορία του κόσμου που ξέχασε να φαντάζεται και να ονειρεύεται;

Ο πραγματικός ιός δεν είναι τα ζόμπι. Αυτά τουλάχιστον έχουν μια καριέρα, μια αποστολή, ξέρουν τι θέλουν: εγκεφάλους, περπάτημα-σύρσιμο με στυλ και εκείνο το χαρακτηριστικό “γκρρρ”. Τα σέβομαι.

Ούτε η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ο ιός. Αν και κάποια NPC που αφυπνίστηκαν και εξεγέρθηκαν στο τελευταίο μου βιβλίο ήταν σε περίεργη φάση, το παραδέχομαι.

Ο αληθινός ιός είναι η αδιαφορία. Αυτή η σιωπηλή, ύπουλη αποδυνάμωση που σου σκάει -50 στο Όνειρο και -100 στη Φαντασία, χωρίς καν να το καταλάβεις. Ξυπνάς ένα πρωί, και η μόνη αποστολή που έχεις είναι “Πήγαινε σούπερ μάρκετ. Πλύνε πιάτα. Σκρόλαρε στο Instagram για 3 ώρες”. Επική βαρεμάρα.

Ο κόσμος ξέχασε να φαντάζεται, να πλάθει δικούς του κόσμους, να γράφει πλοκές, ανατροπές και για δράκους που παθαίνουν κρίση ή να στήνει αποκάλυψη ζόμπι με δέντρα δεξιοτήτων κ.λπ.

Η φαντασία είναι το antivirus. Χωρίς αυτήν, είμαστε απλά NPC στο επίπεδο εκμάθησης της ζωής, με μια ξεχασμένη κεντρική αποστολή (το όνειρό μας στη ζωή) και bug-αρισμένες πλευρικές αποστολές που μας καταναλώνουν τον χρόνο.

9. Στο πρόσφατο βιβλίο σου Ο Κόσμος του Παντάκ, Βιβλίο 1: Η Τρύπα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Black Griffin Books, η Γη του 2067 ζει υπό μια τεχνοκρατική δικτατορία και οι μάγοι κυνηγιούνται, όχι ως μύθος αλλά ως απειλή. Η απόδραση δεν έρχεται με επανάσταση, αλλά με τη δημιουργία του Γαέλιον, ενός ολόκληρου κόσμου παιχνιδιού.
Τι ήταν αυτό που σε οδήγησε να αφηγηθείς τη φυγή μέσα από έναν ψηφιακό κόσμο; Είναι το Γαέλιον για σένα ένα προσωρινό καταφύγιο, μια παγίδα με ωραίο περιτύλιγμα ή μια ειλικρινής σκέψη για το πού μπορεί να στραφεί ο άνθρωπος όταν η πραγματικότητα παύει να τον χωρά;

Το Γαέλιον γεννήθηκε από ένα απλό ερώτημα: τι κάνει ο άνθρωπος όταν δεν μπορεί πια να αλλάξει τον κόσμο του (με τα σημερινά δεδομένα, τη χώρα του); Δημιουργεί έναν άλλον (πάει σε άλλη χώρα). Όχι γιατί είναι δειλός, αλλά για να ξαναθυμηθεί ποιος είναι. Αυτό με ενδιέφερε περισσότερο απ’ όλα· όχι η τεχνολογία, ούτε το παιχνίδι ως μέσο φυγής, αλλά η ανάγκη να ξαναβρούμε το νόημα της ύπαρξής μας. Ήθελα να αφήσω ανοιχτό το ερώτημα αν αυτή η φυγή είναι πράξη ελευθερίας ή κάποια μορφή παράδοσης. Όταν η πραγματικότητα δεν μας χωρά, το να φύγεις μπορεί να είναι και μια γενναία επιλογή και μια σιωπηλή ήττα. Το Γαέλιον δεν παίρνει θέση. Δεν προσφέρει απαντήσεις. Απλώς υπάρχει. Όπως ακριβώς υπάρχει και η ανθρώπινη ανάγκη της φυγής. Για μένα, ο Κόσμος του Παντάκ λειτουργεί σαν καθρέφτης: της επιθυμίας μας να δώσουμε ξανά νόημα στη ζωή μας όταν οι θεσμοί, η πολιτική και η ίδια η πραγματικότητα αποτυγχάνουν, τουλάχιστον για εμάς. Ταυτόχρονα όμως είναι και ένα ρίσκο. Γιατί κάθε κόσμος που φτιάχνουμε για να σωθούμε, κουβαλά την πιθανότητα να γίνει ο κόσμος που τελικά θα μας κρατήσει δέσμιους.

10. Σε μια χώρα όπου το LitRPG παραμένει για πολλούς άγνωστη λέξη και για άλλους “παράξενο πείραμα”, τι κάνεις για να ανοίξεις ρωγμές στον τοίχο της αδιαφορίας; Και αν κάποιος θέλει να μυηθεί στους κόσμους σου — όχι απλώς να διαβάσει, αλλά να μπει στο παιχνίδι — υπάρχει κάπου ένα κάλεσμα, μια πύλη, μια αποστολή που μπορούμε να ακολουθήσουμε;

Το να γράφεις LitRPG εκεί όπου το ίδιο το είδος είναι παντελώς ξένο σημαίνει, αναγκαστικά, ότι δεν προσπαθείς να πείσεις, αλλά να αντέξεις. Γιατί η ανταπόκριση, στην αρχή τουλάχιστον, είναι μηδαμινή. Όταν ξεκίνησα το είδα σαν πείραμα. Δεν ήξερα πώς θα πάει, ούτε πώς, ή αν, θα το δεχτεί το κοινό. Υπήρχε αμφιβολία, ρίσκο, και η αίσθηση ότι βαδίζω σε έδαφος χωρίς χάρτη. Είχα απλώς μια αίσθηση ανάγκης να καλύψω το κενό. Οι ρωγμές στον τοίχο της αδιαφορίας δεν ανοίγουν εύκολα, αλλά ίσως ανοίξουν διστακτικά όταν ο αναγνώστης δεν κληθεί να αγαπήσει το LitRPG, αλλά να δεθεί με έναν κόσμο, με χαρακτήρες, με ερωτήματα που τον αφορούν. Αν συμβεί αυτό, τότε το “παράξενο πείραμα” παύει να είναι παράξενο και γίνεται απλώς αφήγηση. Όσο για το κάλεσμα, δεν υπάρχει τελετή μύησης. Αν κάποιος θέλει να μπει στους κόσμους μου, το μόνο που χρειάζεται είναι διάθεση να αφεθεί, να αποδεχτεί τους κανόνες και να τους αμφισβητήσει όταν έρθει η ώρα.  

Καθώς ο Gallant Duke απομακρυνόταν, μια ακτίνα ήλιου τρύπησε τον μολυβένιο ουρανό. Ο Λευκός Πύργος έστεκε ακόμη.
Όχι γιατί δεν γκρεμίστηκε ποτέ — αλλά γιατί κάποιοι τον ξαναχτίζουν κάθε μέρα, με λέξεις.

Η λύση δεν είναι το σπαθί, ούτε η θωράκιση. Είναι το ανοιχτό μυαλό.
Είναι η τόλμη να διαβάσεις ένα είδος που δεν ξέρεις.
Είναι η στήριξη στους νέους καλλιτέχνες που γράφουν σε εποχές χωρίς φωνή.
Γιατί όταν όλα σωπαίνουν, το βιβλίο γίνεται κάστρο.
Κι εμείς οι αναγνώστες — οι τελευταίοι φρουροί.